μικρο διηγημα λογκο
back button

ο μικρό δωμάτιο με την τσίγκινη στέγη βρισκόταν κάπου στην μέση του Θεσσαλικού κάμπου, χωμένο βαθιά στα χωράφια με τα στάχια. Ολόκληρος ο κάμπος υπέφερε από την κάψα κείνο το μεσημέρι, αλλά μέσα στο μικρό δωμάτιο η θερμοκρασία ήταν ακόμα μεγαλύτερη καθώς δύο κορμιά πάλευαν απόλυτα δοσμένα στην μάχη της ηδονής, κάνοντας το σιδερένιο κρεβάτι να τρίζει. Από την μάχη αυτή αναδύονταν ατμοί ιδρώτα που τύλιγαν τον μικρό χώρο με μια βαριά πνιγηρή οσμή. Η γυναίκα έγερνε το κεφάλι της πίσω αφήνοντας μικρές κραυγούλες και βογγητά πόνου καθώς ίππευε μανιασμένα σαν να είχε στερηθεί καιρό την γλύκα του άντρα. Ύστερα τύλιγε με τα χέρια της τα πλούσια ξανθοκόκκινα μαλλιά της, κι έτσι, με μάτια κλειστά, σα να ήταν μόνο κορμί που λειτουργεί μηχανικά χωρίς συνείδηση, δινόταν σε ένα ατελείωτο χορό πάνω στο αντρικό κορμί. Ο άντρας την κρατούσε από τα δύο βαριά και ολόστητα άσπρα στήθη που τραμπαλίζονταν στον τρελό ρυθμό που εκείνη όριζε με το κορμί της. Κατόπιν όταν χόρταινε από τα δύο υπέροχα σάρκινα βουνά, την άρπαζε από την λεπτή της μέση και κάρφωνε το κορμί της με δύναμη πάνω του επιζητώντας μέσω του πόνου να οδηγήσει την ηδονή στο αποκορύφωμα της. Λίγο πριν την έκρηξη αποφάσισε να αλλάξει τους ρόλους. Παίρνοντας το παιχνίδι πάνω του, κατέβασε την γυναίκα και την γύρισε με τρόπο ώστε να ‘χει την απόλυτη επικυριαρχία. Η θέα ήταν μοναδική. Εκείνη, καταλαβαίνοντας τι είναι αυτό που ποθούσε να κουρσέψει, του πρόσφερε τους γλουτούς της σκυμμένη με το πρόσωπο στα μαξιλάρια και τα μαλλιά της να απλώνονται στα σεντόνια.

— Πάρε με, του είπε με φωνή βραχνή από ηδονή.

Μπήκε μέσα της χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση και άρχισε να την σφυροκοπάει με όλη του την ορμή. Εκείνη, δεχόμενη την επίθεση ανασήκωσε το κεφάλι και άπλωσε τα χέρια να κρατηθεί από τα σιδερένια κάγκελα του κρεβατιού. Αντί να την τιθασεύσει το βίαιο φέρσιμο του αρσενικού που είχε τώρα τα ηνία και την ίππευε σαν άλογο, η γυναίκα μάνιασε περισσότερο. Από το όμορφο στόμα της εκτοξεύθηκε ένα κομπολόι από απίστευτης χυδαιότητας βρισιές στα ελληνικά και στα ρώσικα. Και όταν ο άντρας έφτασε πια στο τέλος εκείνη γύρισε και αρπάζοντας τον λαίμαργα αποστράγγισε και την τελευταία υποψία ζωϊκής δύναμης. Και αφού τελείωσε και με αυτό, αφήνοντας έναν αναστεναγμό ανακούφισης, ξάπλωσε ήρεμη, όπως τα μωρά που μόνο όταν πιουν το γάλα τους ησυχάζουν, κι άναψε τσιγάρο αφήνοντας τον άνδρα έκπληκτο να αναρωτιέται τι είδους θηλυκό ήταν αυτό που έκρυβε τέτοια ηφαιστειώδη δύναμη μέσα στο κορμί του. Άναψε κι εκείνος τσιγάρο κι έμεινε αμίλητος θαυμάζοντας την θηλυκή τίγρη πλάι του. Ναι, η Όλγα ήταν κάτι άλλο. Και αυτό το ήξερε ο Ανέστης. Όλοι το ήξεραν στο μαγαζί. Το Σαφάρι, το καλύτερο Νάιτ Κλαμπ του κάμπου, φημιζόταν για τις γκόμενες που εδώ και είκοσι χρόνια έφερνε από τις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ. Από ολόκληρη την Θεσσαλία αλλά και από την Θεσσαλονίκη ακόμα, έρχονταν για τα κορίτσια αυτά. Εκείνος μαζί με τον Λάμπρο, τον Ινδιάνο και τον Βοσκό, είχαν φτιάξει μια αχτύπητη ομάδα που είχε για τα καλά αρμέξει τα βλαχαδερά του κάμπου. Λεφτά με την σέσουλα. Εδώ ακουμπούσαν τα παραδάκι τα αγροτόπαιδα. Επιδοτήσεις, προγράμματα, στο μουνί κατέληγαν όλα. Κι όσο το μουνί πήγαινε κι ερχόταν, η κερδοφορία ήταν εξασφαλισμένη. Ακόμα και στα χρόνια της χειρότερης κρίσης το Σαφάρι δεν σταμάτησε ποτέ να έχει δουλειά. Οι μπάτσοι μιλημένοι, έπαιρναν το μερτικό τους κι έκαναν τα στραβά μάτια. Τα κορίτσια σπάνια να διαμαρτυρηθούν που τις κρατούσαν τα διαβατήρια. Μέσα στα είκοσι αυτά χρόνια μόνο κάνα δυο φορές έτυχε κάποια να κάνει σαματά. Τότε αναλάμβανε ο Γιούρι. Ο Γιούρι ήταν μισός Ρώσος μισός Τσετσένος, από τον Καύκασο. Άθεος και αδίστακτος όπως όλοι εκείνοι που δεν πιστεύουν πουθενά και δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Επικηρυγμένος στην Ρωσία για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, είχε βρει σε τούτο το μαγαζί τον δικό του παράδεισο, όλα όσα μπορεί να γυρεύει ένας πρώην πρωταθλητής πυγμαχίας, χρόνια τοξινωμένος από συστηματική χρήση κόκας· γυναίκες, λεφτά, άφθονη άσπρη σκόνη. Ο Γιούρι ήταν τρομακτικός στην όψη. Με εκείνο το γεμάτο τατουάζ ως πάνω τον λαιμό ογκώδες κορμί του, αποθάρρυνε οποιονδήποτε είχε την ιδέα να γελάσει την οργάνωση. Κανά δυο φορές που είχε χρειαστεί να βγουν τα κουμπούρια, ο Γιούρι έκανε την δουλειά γρήγορα κι αθόρυβα. Τα νέα διαδίδονται γρήγορα στην ελληνική επαρχία. Η φήμη που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομα του αποδείχτηκε η καλύτερη προστατευτική ασπίδα για το Σαφάρι. Έτσι λοιπόν καμία κοπέλα δεν μίλαγε γιατί καμία δεν ήθελε να δοκιμάσει το βαρύ χέρι του Γιούρι. Ελάχιστες ήταν οι φορές που ο Γιούρι είχε χρειαστεί να επέμβει για να συνετίσει κάποια γκόμενα. Όταν χρειαζόταν, είχε τον δικό του τρόπο να γίνεται γρήγορα πειστικός. Επίσης ο Γιούρι δοκίμαζε όλα τα κορίτσια δικαιωματικά. Τα καλύτερα κορίτσια, η οργάνωση τα κράταγε για χρόνια στο μαγαζί. Δεν διώχνεις ποτέ την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά. Τις μέτριες τις κρατούσαν για λίγο και ύστερα τις αμολάγανε να βρουν την τύχη τους στην Αθήνα. Ήταν κι αυτό ένα επικερδές εμπόριο. Έτσι όπως η Αθήνα ήταν γεμάτη μετανάστες έπρεπε να βρίσκεται και γι’ αυτούς ένας τρόπος εκτόνωσης. Τις καλές όμως τις γλεντούσαν οι ίδιοι. Ειδικά τις πολύ καλές. Και τούτη εδώ, σκέφτηκε ο Ανέστης, ρουφώντας ακόμα μια τζούρα, βαθιά, ήταν διάολε πολύ καλή.

Όλγα πρέπει να σου μιλήσω, της είπε σβήνοντας το τσιγάρο του στο τασάκι πλάι στο κομοδίνο.
Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν πράσινα, μεγάλα και ελαφρώς αμυγδαλωτά. Μέσα τους καθρεφτιζόταν η απορία.
—Τι τρέχει; ρώτησε.
Τα Ελληνικά της, αν εξαιρέσεις την βαριά προφορά, ήταν αρκετά καλά. Έξυπνη κοπέλα, είχε μάθει πολλά στα τρία χρόνια που είχε στην Ελλάδα.
— Θέλουν να σε παίξουν στα χαρτιά κι όποιος σε κερδίσει αυτός να σε κρατήσει δικιά του.
— Ποιοι;
— Η ομάδα. Ο Ινδιάνος, ο Βοσκός, ο Λάμπρος.
— Κι εσύ;
— Ασφαλώς κι εγώ.

Γύρισε το κορμί της μπρούμυτα και πήρε ένα ακόμα τσιγάρο από το διπλανό κομοδίνο. Ο Ανέστης την παρακολουθούσε. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Οι καμπύλες των γλουτών της και το αλαβάστρινο απαλό της δέρμα τον καλούσαν να την πάρει ξανά. Εκείνη άναψε με αργές κινήσεις, ρούφηξε βαθιά και φύσηξε τον καπνό στο πρόσωπο του. Ολόκληρο το τελετουργικό ήταν μελετημένο να λειτουργεί σαν ερωτικό κάλεσμα. Εκείνος ένιωσε ξανά ένα καυτό κύμα να κυλάει στις φλέβες του και να φουντώνει τον ανδρισμό του. Έκανε κίνηση θεληματική να την αρπάξει αλλά η γυναίκα τραβήχτηκε.
— Όχι ! Πρώτα θα συζητήσουμε, είπε όρθια τώρα, τυλιγμένη με ένα σεντόνι που αντί να βοηθήσει να σβηστεί η φωτιά τον ερέθιζε ακόμα πιο πολύ.
— Σαν τι να πούμε; έκανε αυτός με μάτι θολό και φωνή που μόλις έβγαινε.
— Θέλω να μείνω μαζί σου, θέλω εσύ να με κερδίσεις.
Αυτό ήταν κάτι καινούργιο. Κάτι που άκουγε για πρώτη φορά. Η φωτιά μέσα του έσβησε απότομα. Σηκώθηκε και έβαλε το παντελόνι του. Την κοίταξε.
— Τι εννοείς;, είπε.
Πριν απαντήσει εκείνη ρούφηξε ακόμα λίγο από το τσιγάρο της και φύσηξε τον καπνό.
— Να κερδίσεις εσύ στα χαρτιά και να με πάρεις κοντά σου για πάντα.

Έξυσε το κεφάλι του με αμηχανία. Ρούφηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του και την κοίταξε σαν χαζός. Σαφώς υπήρχε κάτι που του ξέφευγε. Μέχρι σήμερα η Όλγα δεν είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για κανέναν από την ομάδα. Πηδιόταν με όλους εναλλάξ. Αυτό ήταν κάτι μέσα στα καθήκοντα της, αλλά ποτέ δεν είχε δείξει πως αισθάνεται κάτι για κάποιον από αυτούς.
— Πώς αυτό; ρώτησε κοιτάζοντας την στραβά, με μισό μάτι. Κάτι δεν του άρεσε στην αλλαγή της συμπεριφοράς της, χωρίς ωστόσο να μπορεί να το εξηγήσει.
Εκείνη του χαμογέλασε με το πιο αθώο ύφος.
— Τόσο καιρό δεν έχεις καταλάβει τίποτα;
— Σαν τι να καταλάβω;
— Σ’ αγαπάω Ανέστη. Θέλω να μείνω κοντά σου! Είσαι ο καλύτερος εραστής που είχα ποτέ!

Αυτό ήταν επίσης κάτι που άκουγε πρώτη φορά από τα χείλη της. Με την ματαιοδοξία που διακρίνει όλους τους άνδρες στα ερωτικά ζητήματα, πίστευε κι εκείνος μέσα του ότι είναι ο πρώτος, ο καλύτερος εραστής. Γι’ αυτό, σκέφτηκε, ήταν τόσο αλλιώτικη απόψε. Την είχε τρελάνει. Ωστόσο αυτό που του ζητούσε δεν μπορούσε να γίνει.

— Κι εγώ σε θέλω μωρό μου, είπε. Αλλά πώς μπορεί να γίνει να σε πάρω εγώ; Εκτός κι αν σε κερδίσω στα χαρτιά…
— Αυτό λέω κι εγώ…
Το υπονοούμενο ήταν σαφές. Την κοίταξε σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Πράγματι απόψε του φανερωνόταν μια άλλη γυναίκα, διαφορετική από την παθητική υποταγμένη Όλγα που είχαν στην δούλεψη τους τρία χρόνια τώρα και την γλεντούσαν συνεταιρικά. Η γυναίκα αυτή που τώρα αντίκρυζε μπροστά του ήταν ένα επικίνδυνο θηλυκό με θανάσιμα επικίνδυνες ιδέες.
— Αυτό που υπονοείς δεν μπορεί να γίνει, είπε ο Ανέστης.
Η Όλγα του χαμογέλασε αλλά αυτή την φορά όχι αθώα. Άφησε το σεντόνι να κυλήσει από το σώμα της αποκαλύπτοντας το πάλλευκο και γεμάτο χυμούς βελούδινο κορμί της και βαδίζοντας με χάρη τα δυο τρία μέτρα που τους χώριζαν, στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε προκλητικά.
— Όλα μπορούν να γίνουν αν με θέλεις πολύ, του είπε ενώ ταυτόχρονα το χέρι της έσφιξε δυνατά τον ανδρισμό του.
— Κα, καταλαβαίνεις τι ειν’ αυτό που μου ζητάς να κάνω; Να κλέψω τους συνεργάτες μου; τραύλισε ο Ανέστης που είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο.
— Ακριβώς ! απάντησε εκείνη ενώ το χέρι της συνέχισε το παιχνίδι… Άλλωστε αν δεν κάνω λάθος αυτή είναι η ειδικότητα σου, ήσουν πάντα ένας επαγγελματίας στα χαρτιά.

Το μάτι του Ανέστη θόλωσε από ηδονή καθώς παρακολουθούσε την ‘Όλγα να γλιστράει σιγά σιγά προς τα κάτω. Το μυαλό του καταλείφθηκε από μία και μόνο εικόνα: αυτός με τα λεφτά και την Όλγα δίπλα του. Αυτό είναι ζωή, φίλε μου, σκέφτηκε. Πάντα ήμουν δεύτερος, πάντα πίσω από κάποιον, και σήμερα, εδώ και χρόνια δηλαδή, κάτω από τις διαταγές του Βοσκού. Και στο κάτω κάτω τι παραπάνω αξίζει από εμένα τούτος ο χοντρός βλάχος; Ήρθε η ώρα να αποδείξω την αξία μου, είπε μέσα του την ώρα που το υγρό στόμα της Όλγας τυλιγόταν γύρω του.

Ξεροκαταπίνοντας και καταβάλλοντας προσπάθεια να μην εκραγεί αμέσως, ρώτησε:
— Από όπλα ξέρεις;
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με τα γατίσια μάτια της πονηρά.
— Όπως βλέπεις ξέρω, είπε.
— Κανονικά όπλα, εννοώ.
Όταν ο Γιούρι έφερε την Όλγα στο Σαφάρι αγοράζοντας την από έναν Μολδαβό ναρκέμπορο, κανείς από την οργάνωση δεν έψαξε το παρελθόν της. Ο πατέρας της γιος αντάρτη, της ομάδας του Στεπάν Μπαντέρα, πιστός στην οικογενειακή παράδοση, θέλησε να την μυήσει από πολύ μικρή στα όπλα και τον αθλητισμό. Η Όλγα τραβούσε πιστόλι πιο γρήγορα και απ’ τον Μπίλι Δε Κιντ και μπορούσε να πυροβολήσει με κάθε είδους όπλο, αλλά αυτή την μικρή λεπτομέρεια την αγνοούσαν στην οργάνωση.
— Ξέρω, του απάντησε απλά. Και ύστερα πάντοτε γονατισμένη μπροστά του, ρίχνοντας του ένα λοξό ειρωνικό βλέμμα ρώτησε:
— Θες να συνεχίσω;
Την πουτάνα, σκέφτηκε ο Ανέστης. Με κάνει ό,τι θέλει η βρώμα.
— Ναι, είπε, σφίγγοντας τα δόντια γιατί η Όλγα είχε ξαναρχίσει το παιχνίδι με το στόμα. Θα αλλάξω τις τράπουλες, συνέχισε με φωνή που μόλις έβγαινε, ο Βοσκός θα το καταλάβει όμως και θα τραβήξει πιστόλι. Τότε εσύ θα τον πυροβολήσεις από πίσω κατευθείαν στο κεφάλι. Το όπλο θα είναι στο μπαρ. Τα υπόλοιπα ας τα πάνω μου.
— Και ο Γιούρι; ρώτησε η Όλγα διακόπτοντας για λίγο το έργο της και στηλώνοντας ξανά τα πράσινα της μάτια στον άντρα που έτρεμε από ηδονή.
— Τον χρειαζόμαστε. Θα του βγάλουμε μερίδιο. Τα υπόλοιπα τα συζητάμε μετά. Συνέχισε τώρα….
Η βραχνή φωνή του έσβησε σε ένα βογγητό αποκορύφωσης…

 

***

 

— Χρώμα, γρύλισε ο Βοσκός δείχνοντας τα χαρτιά του.
Τέσσερα άσχημα, αξύριστα, ιδρωμένα μούτρα κάθονταν γύρω από το τραπέζι με την πράσινη τσόχα καπνίζοντας και πίνοντας. Μιλούσαν, η μάλλον γρύλιζαν, και αυτό μόνο όταν χρειαζόταν να ανακοινώσουν το φύλλο τους ή όταν παράγγελναν την μπύρα τους. Αν κανείς στεκόταν παράμερα και τους παρατηρούσε, θα διαπίστωνε ότι κοιτάζονταν ελάχιστα μεταξύ τους και πάντοτε λοξά, εχθρικά. Ανάμεσα σε αυτούς τους άντρες και μέσα στην βαριά από τον καπνό ατμόσφαιρα κινιόταν ένα πλάσμα ονειρεμένο. Το βράδυ που θα την έπαιζαν στα χαρτιά η ‘Ολγα θα ήταν πιο όμορφη από ποτέ. Λες και ήθελε πράγματι να τιμήσει τον νικητή που θα την ενέμετο ύστερα ως τρόπαιο, δικαιωματικά. Το κόκκινο φόρεμα που φορούσε τυλιγόταν σφιχτά γύρω από το κορμί της τονίζοντας τις αισθησιακές γραμμές της. Το πλούσιο στήθος σχεδόν ξεχείλιζε ασφυκτιώντας μέσα από το τετράγωνο ντεκολτέ και τα πανύψηλα μαύρα πέδιλα έκαναν τα πόδια της να μοιάζουν ακόμα πιο λεπτά, ακόμα πιο μακριά. Το έντονο κραγιόν στα σαρκώδη χείλη της και το μολύβι που τόνιζε τα γατίσια της μάτια συμπλήρωναν την αισθησιακή της εικόνα. Από κάθε πόρο του κορμιού της αναδυόταν ένα κάλεσμα προς το αρσενικό. Η Όλγα πήγαινε κι ερχόταν ανάμεσα σε τραπέζι και μπαρ σερβίροντας ποτά στους παίχτες που είχαν αρχίσει να κουράζονται καθώς η παρτίδα τράβαγε σε μάκρος. Τους κρατούσε όμως καρφωμένους στις θέσεις η σκέψη του επάθλου και το έπαθλο ήταν η Όλγα που κινιόταν ανάμεσα τους, ταλαντεύοντας προκλητικά τους τορνευτούς γλουτούς της. Ένας μόνο θα κέρδιζε την αποψινή παρτίδα και θα την έκανε δικιά του για πάντα. Κανείς δεν ήθελε να χάσει. Ο Πάνος, ο επονομαζόμενος Βοσκός, βρισκόταν στην κορυφή του τραπεζιού. Απέναντι του ο Ανέστης. Δεξιά και αριστερά του ο Ινδιάνος και ο Λάμπρος. Ο Βοσκός είχε στήσει αρχικά την οργάνωση. Αυτός είχε το παραδάκι να στήσει το μαγαζί εγκαταλείποντας την κτηνοτροφία. Ακολούθησε ο Ανέστης, ο πιο γνωστός χαρτοκλέφτης της Θεσσαλίας και κατόπιν οι άλλοι δυο. Ήταν όλοι χρήσιμοι στην οργάνωση, ο κάθε ένας από αυτούς ήξερε και κάτι. Τελευταίος είχε προσληφθεί ο Γιούρι, ο Τσετσένος, που τώρα στεκόταν με την πλάτη ακουμπισμένη στο μπαρ κι ένα σπίρτο ανάμεσα στα δόντια και παρακολουθούσε ατάραχος την παρτίδα. Έδειχνε να αδιαφορεί για την παρουσία της Όλγας. Ο Γιούρι ήταν μυστήριο αλλά μήπως και η Όλγα δεν ήταν, σκέφτηκε σε μια αναλαμπή ευθυκρισίας ο Βοσκός. Ήταν περίεργο πως δεχόταν παθητικά την μοίρα της, να την παίζουν στα χαρτιά τέσσερα άσχημα καθάρματα από την Θεσσαλία ενώ θα μπορούσε να τυλίξει ανάμεσα στα όμορφα της πόδια οποιονδήποτε πλούσιο, και να κάνει διακοπές σε ένα κότερο στην Ίμπιζα. Επίσης δεν του άρεσε το γεγονός ότι ο Ανέστης είχε κερδίσει τις δύο από τις τέσσερις παρτίδες που είχαν παίξει μέχρι τώρα και ετοιμάζονταν για την πέμπτη και καθοριστική. Το παρελθόν του Ανέστη έβαζε τον Βοσκό σε δεύτερες σκέψεις. Η Όλγα θα παιζόταν τώρα ανάμεσα τους, οι άλλοι δύο — ο Λάμπρος και ο Ινδιάνος — δεν είχαν κερδίσει καμία παρτίδα και αναγκαστικά έβγαιναν από το παιχνίδι.

— Διάλειμμα, γρύλισε ο βοσκός.
Σηκώθηκε με κόπο από το τραπέζι — είχε βαρύνει με τα χρόνια, πλησίαζε τα εξήντα — και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα.
— Πάω κι εγώ μια τουαλέτα, είπε ο Ινδιάνος και σηκώθηκε.
Ο Τάκαρος χρωστούσε το παρανόμι ΄΄Ινδιάνος΄΄ στην μακριά χαίτη που διατηρούσε και η οποία παρά τα χρόνια δεν έλεγε να γκριζάρει. Πριν μπει στο κόλπο δεν έκανε τίποτα. Αυτό που τον είχε φέρει στην οργάνωση ήταν η φήμη του σαν χούλιγκαν του ΠΑΟΚ, και η σχέση που εφημολογείτο πως είχε αποκτήσει με Σέρβους συναδέλφους του, γερά χωμένους στο κύκλωμα διανομής κόκας στα Βαλκάνια. Με τον καιρό οι γνωριμίες του είχαν αποδειχτεί αληθινές και χρήσιμες. Όταν χρειαζόταν έριχνε και καμιά ψιλή ενθυμούμενος τα χρόνια των γηπέδων. Ο σωματότυπος του άλλωστε ήταν κατάλληλος για βαριές δουλειές. Ωστόσο η έλευση του Γιούρι τον παρόπλισε ως έναν βαθμό, τουλάχιστον ως προς το σκέλος της χειρωνακτικής εργασίας. Ο Ινδιάνος πρόλαβε τον Βοσκό πριν εκείνος μπει στην τουαλέτα. Η χοντρή κοιλιά του αρχηγού σφήνωσε ανάμεσα στο πλαίσιο έτσι όπως τον τραβούσε από τον αγκώνα ο Ινδιάνος.
— Τι τρέχει;, είπε ο Βοσκός.
Η ανάσα του αρχηγού έζεχνε κι έκανε τον άλλον να πισωπατήσει για μια στιγμή.
— Κάτι δε μ’ αρέσει εδώ.
— Σαν τι;
— Ξέρεις…
— Μην φοβάσαι. Όλα είναι εντάξει κι αν κάνει κάνα λάθος θα αναλάβει ο Γιούρι. Στο τέλος εγώ θα την κερδίσω την πουτάνα, είπε αφήνοντας στην συνέχεια ένα ρέψιμο.
Ο Ινδιάνος έστρεψε τις πλάτες του στον ευτραφή αρχηγό κι επέστρεψε στο τραπέζι
— Βάλε μου μια μπύρα, διέταξε την Όλγα.
Εκείνη αντάλλαξε μια ματιά με τον Ανέστη. Ο Ινδιάνος που δεν έπιασε αυτό τον διαξιφισμό των ματιών στάθηκε στο μπαρ. Στον καθρέφτη απέναντι του φαινόταν πανοραμικά το πλούσιο στήθος της Όλγας καθώς έσκυβε να βάλει τις μπύρες στα ποτήρια. Εκείνο όμως που δεν μπορούσε να δει ήταν το 9άρι Γκλοκ που βρισκόταν βαθιά χωμένο κάτω από την μπάρα. Tα λεπτά άσπρα δάχτυλα της γυναίκας έλεγχαν για μια τελευταία φορά τον γεμιστήρα με μαεστρική ταχύτητα. Ο Βοσκός επέστρεψε στην αίθουσα την ώρα που η Όλγα άφηνε τις μπύρες. Την κοίταξε. Του χαμογέλασε αφοπλιστικά.
— Θέλω εσύ να κερδίσεις, του ψιθύρισε στ’ αυτί καθώς έφευγε.
Πανευτυχής ο Βοσκός κάθισε για την τελευταία παρτίδα. Πριν μοιράσει τα χαρτιά κοίταξε λοξά τον Γιούρι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στην παγερή του έκφραση. Λες και είχε πετρώσει εκεί στην άκρη της μπάρας μασώντας το σπίρτο. Ο Βοσκός μοίρασε, και η τελική παρτίδα ξεκίνησε. Πρώτος τράβηξε από κάτω ο Ανέστης. Τώρα κρατούσε τρία χαρτιά στα χέρια του. Χωρίς να αλλάξει κάτι στην έκφραση του, που είτε έχανε είτε κέρδιζε δεν πρόδιδε κανένα συναίσθημα, είπε:
— Πάσο.
Άραγε ήταν μπλόφα ή πράγματι είχε τόσο καλό χαρτί; Ο Βοσκός άρχισε να ιδρώνει. Λίγο το πάχος, κάτι λίγο η πνιγηρή ατμόσφαιρα με τους καπνούς, κάτι η αγωνία μην χάσει την παρτίδα και μαζί και την Όλγα, τον είχαν φέρει κοντά στην έκρηξη. Η καρδιά του χτύπαγε δυνατά μέσα στο στήθος του, σημάδι πως ζοριζόταν. Το μυαλό του δεν δούλευε καθαρά. Κοίταξε τα φύλα του και τράβηξε από κάτω. Το φύλλο ήταν καλό. Πήγαινε για κέντα. Αμέσως έκανε το λάθος να χαμογελάσει προδίδοντας την διαγραφόμενη επιτυχία. Το μάζεψε αμέσως αλλά ο Ανέστης το είχε δει. Σειρά του Ανέστη. Τράβηξε ατάραχος το τέταρτο φύλλο και το ίδιο ατάραχος τα άνοιξε στα δάχτυλά του και τα κοίταξε. Πάσο είπε ξανά. Διάολε, σκέφτηκε ο Βοσκός ξεφυσώντας σαν ιπποπόταμος. Τράβηξε. Το καλό χαρτί συνεχιζόταν. Άλλο ένα και πήγαινε για πέντε στην σειρά. Συγκεντρωμένοι όλοι πάνω από το τραπέζι δεν πρόσεξαν την Όλγα που πήγε πίσω από την μπάρα, τράβηξε το 9άρι και στάθηκε εκεί τρία μέτρα μακριά από το καραφλό ιδρωμένο κεφάλι του Βοσκού. Ο μόνος που πρόσεξε την κίνηση με την άκρη του ματιού ήταν ο Γιούρι. Ο Ανέστης τράβηξε το τελευταίο χαρτί από κάτω. Δεν είπε τίποτα, τράβηξε και ο Βοσκός. Η κέντα είχε γίνει. Προσπάθησε να μην φανερώσει την χαρά του αλλά δεν γινόταν. Τώρα ήταν βέβαιος: η Όλγα ήταν δικιά του.
— Πέντε στην σειρά, είπε και κατέβασε τα χαρτιά του στο τραπέζι.
— Λυπάμαι, απάντησε ο Ανέστης με ένα ξερό χαμόγελο. Φλος.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο Βοσκός τράβηξε πιστόλι με μια ταχύτητα που ήταν ασύλληπτη για έναν εξηντάχρονο υπέρβαρο άνθρωπο.
— Είσαι κλέφτης, είπε. Θα πεθάνεις.
Πριν προλάβει να πυροβολήσει ο Βοσκός, το 9άρι που κρατούσε η Όλγα βρόντηξε και το κεφάλι του χοντρού άντρα τινάχτηκε στον αέρα πιτσιλίζοντας τον χώρο με αίμα και μυαλά. Την ίδια στιγμή ο Ανέστης τράβηξε το δικό του όπλο και πριν ο Ινδιάνος και ο Λάμπρος συνειδητοποιήσουν τι συμβαίνει έπεφταν νεκροί με τρεις σφαίρες στο στήθος ο καθένας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο μικρός χώρος γύρω από την πράσινη τσόχα είχε γεμίσει πτώματα και αίμα. Στον ατμόσφαιρα τώρα πλανιόταν και η αψιά μυρωδιά του μπαρουτιού εκτός από αυτήν του ιδρώτα και του καπνού.
— Γρήγορα, έκανε ο Ανέστης στην Όλγα, πάρε τα κλειδιά από τον χοντρό και βγάλε έξω το τζιπ, πρέπει να φύγουμε πριν πλακώσουν οι μπάτσοι.
Η Όλγα έτρεξε και έσκυψε πάνω από το κορμί του νεκρού αρχηγού ψάχνοντας τις τσέπες του. Ο Ανέστης στράφηκε στον Γιούρι απειλώντας τον με ένα 44άρι Σπέσιαλ. Ο Τσετσένος είχε παρακολουθήσει αδιάφορος ολόκληρη την σκηνή.
— Γιούρι είσαι ο μόνος που ξέρει τον συνδυασμό, άνοιξε το χρηματοκιβώτιο και θα σου βγάλουμε μερίδιο, στο υπόσχομαι. Αλλιώς πεθαίνεις εδώ κι εγώ το ανατινάζω.
Τα μάτια του Τσετσένου στένεψαν και μια βαθιά πτυχή αυλάκωσε το πρόσωπο του ανάμεσα στα φρύδια καθώς προσπαθούσε να ζυγίσει τον Ανέστη. Τελικά μετά από ένα ολόκληρο λεπτό κούνησε λίγα εκατοστά το κεφάλι του προς τα κάτω χωρίς ωστόσο να πει λέξη. Αυτό ερμηνεύτηκε ως κατάφαση.
— Προχώρα με τα χέρια ψηλά, διέταξε ο Ανέστης.

Ο Γιούρι τράβηξε προς το γραφείο του Βοσκού. Ο Ανέστης πίσω του με το όπλο κολλημένο στην πλάτη του Τσετσένου. Η πόρτα του γραφείου ήταν ανοιχτή. Τους τοίχους κοσμούσαν πόστερ με καλλιτεχνικές φωτογραφίες κοριτσιών. Στην δεξιά άκρη πάνω από μια μεταλλική ραφιέρα βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο· γερή ατσάλινη κατασκευή. Η ανατίναξη του δεν έμοιαζε εύκολη δουλειά. Ο Γιούρι άρχισε να γυρίζει την ροδέλα με το αυτί κοντά στο μεταλλικό πορτάκι για να ακούει τα κλικ. Σε λίγο τράβηξε έναν μοχλό και το χρηματοκιβώτιο άνοιξε αποκαλύπτοντας πολλές παχιές δεσμίδες από μωβ χαρτονομίσματα. Ο Ανέστης έσπρωξε στην άκρη τον Γιούρι και επιτηρώντας τον πάντα με το 44άρι άδειασε το χρηματοκιβώτιο μεταφέροντας το περιεχόμενο του στις τσέπες του. Έχωσε παντού δεσμίδες και στο τέλος πέταξε δύο στα πόδια του Γιούρι. Ήταν ασφαλώς ψίχουλα αλλά ο Τσετσένος κατάπιε την προσβολή αμίλητος κι έσκυψε να σηκώσει τα λεφτά. Τότε και πριν προλάβει ο Ανέστης να πυροβολήσει, ο Γιούρι βούτηξε στα πόδια του και τον τράβηξε βίαια. Το όπλο του Ανέστη εκπυρσοκρότησε αλλά η σφαίρα δεν βρήκε καθόλου στόχο καθώς ο κάτοχος του έχανε την ισορροπία του και σωριαζόταν στο πάτωμα. Με μια καλοδουλεμένη κίνηση ο Γιούρι κλώτσησε δυνατά στα πλευρά τον πεσμένο Ανέστη και το 44άρι κύλισε από τα χέρια του. Αστραπιαία ο Τσετσένος το μάζεψε και στάθηκε πάνω από τον πεσμένο Ανέστη που σφάδαζε απ’ τον πόνο.
— Είσαι καλός στα χαρτιά, είπε ο Τσετσένος, αλλά κομμάτι αργός στις κινήσεις. Εκτός αυτού λυπάμαι αλλά τούτο το ταξίδι είναι μονάχα για δύο…

Πυροβόλησε αλύπητα ξανά και ξανά κάνοντας το κεφάλι του Ανέστη έναν πολτό από σάρκες και κόκκαλα. Κατόπιν μάζεψε τα λεφτά, τα έχωσε στις τσέπες του και βγήκε από το γραφείο. Πριν βγει έξω στο φως, περιέλουσε το μαγαζί με ένα μπιτόνι βενζίνη και άναψε ένα σπίρτο. Στάθηκε μισό λεπτό να απολαύσει το θέαμα. Το Σαφάρι καιγόταν. Αύριο όλες οι εφημερίδες της χώρας θα έγραφαν γι’ αυτό. Τα χρόνια της σκλαβιάς του τελείωναν μες στην φωτιά. Τώρα πια δεν ήταν ο Γιούρι ο μπράβος, ο Γιούρι το τσιράκι του Βοσκού, ο Γιούρι για όλες τις δουλειές, τώρα είχε λεφτά και την ωραιότερη γκόμενα. Καιρός να τ’ απολαύσει. Το τζιπ ήταν έτοιμο μπροστά στην είσοδο. Αλλά που ήταν η Όλγα; Άνοιξε την πόρτα του οδηγού κι έκανε να καθίσει στο τιμόνι. Τότε άκουσε πίσω του το χαρακτηριστικό κλικ κι ένιωσε το παγωμένο μέταλλο στο ξυρισμένο κρανίο του. Ανατρίχιασε.
— Λυπάμαι μωρό μου, άκουσε την βαθιά ερωτική φωνή της Όλγας να του λέει, αλλά το ταξίδι αυτό είναι μόνο για έναν.
Πριν η βολίδα από το 9άρι Γκλοκ τρυπήσει τον εγκέφαλο του, πρόλαβε να σκεφτεί πως είχε κι αυτός και όλοι, προδοθεί, από την ίδια γκόμενα. Ύστερα σωριάστηκε νεκρός, μπροστά στο τζιπ. Η Όλγα στάθηκε από πάνω του και τον κοίταξε ανέκφραστη. Το κεφάλι του είχε στραπατσαριστεί άσχημα. Κρίμα, γιατί ήταν καλός εραστής. Όταν την έσφιγγε στα δυνατά του μπράτσα ένιωθε ένα κύμα λάβας να πλημμυρίζει την κοιλιά της. Αλλά το χρήμα είναι καλύτερο αφροδισιακό. Έσκυψε, μάζεψε τις δεσμίδες με τα μωβ χαρτονομίσματα, τα έχωσε στην τσάντα της, φόρεσε τα μαύρα γυαλιά της, κάθισε στο τιμόνι και ξεκίνησε. Πίσω της το Σαφάρι λαμπάδιαζε και οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά ως τον ουρανό…

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.