casopensato logo IN USE
back button
william titl
theofilopoulos

 

Ματάτζι, ο μαύρος αρχηγός του μαύρικου χωριού φώναξε τον αγγελιαφόρο του.

Στις διαταγές σας, αρχηγέ
— Άκουσε Τζακ, του λέει νευριασμένα, θα πας κάτω στο Ματατέλε, θα φύγεις τώρα, αμέσως τώρα, θα βρεις τον αστυνόμο κύριο Γουίλλιαμ,
— τον ξέρεις ε;
— και θα του πεις πως τον παρακαλάω να ρθει, όσο μπορεί πιο γρήγορα εδώ, μια υπόθεση σοβαρή τον περιμένει.
— Μάλιστα αρχηγέ.

Ο Τζακ έκανε μια βαθιά υπόκλιση κι έγινε μπουχός. Ο Αρχηγός Ματάτζι, σαν έμεινε μόνος, άφησε τη ματιά του να περιφέρεται άσκοπα στο απέραντο πράσινο που ξαπλώνονταν κάτω απ’ τα πόδια του και το μυαλό του γύριζε σα σβούρα. «Ως πότε; σκεφτόταν. Ως πότε πια; Μπαΐλντισα. Δέκα χρόνια δουλεύω σκληρά για δαύτους κι ακόμα τίποτα. Θέλω να τους κάνω ανθρώπους. Μα τούτοι είναι αγρίμια. Τ’ αγρίμια γίνονται άνθρωποι; Καλά το λένε πως ο άνθρωπος είναι το πιο αιμοβόρο, το πιο εγκληματικό, το πιο ανημέρωτο θεριό. Γεννιέται τέτοιος. Το χει στο αίμα του. Αν ήμουνα θηριοδαμαστής στα δέκα χρόνια τούτα θα ‘χα εξημερώσει όλα τα θεριά της ζούγκλας. Και τούτους, μια φούχτα, ένα χερόβολο ανθρώπους, κι ανθρώπους της ράτσας μου, δε μπορώ να τους κάνω ζάπι. Ας είναι, τούτη τη φορά θα γίνω και γω θεριό. Θα ζητήσω να τιμωρηθεί αλύπητα ο τρομερός εγκληματίας…»

Ο Ματάτζι ήταν ένας άντρας μεστωμένος γύρω στα σαράντα του. Μέτριο ανάστημα, γεροδεμένος, πρόσωπο στρογγυλό, μάτια έξυπνα. Σπουδαγμένος σε μεγάλα σχολεία και μορφωμένος αρκετά. Από καιρό σε καιρό έκανε και κανένα ταξιδάκι στην Ευρώπη. Μιλούσε αγγλικά και στα ταξίδια του ζούσε, ανέπνεε και μελετούσε το δυτικό πολιτισμό. Έμενε κει καθηλωμένος, στο σκαμνί του, και το μυαλό του πέταγε.

«…Μιλάω για τη φυλή μου που ζει χιλιάδες χρόνια τώρα στον τόπο τούτο τον άγριο, τον πρωτόγονο, και άγεται και φέρεται απ’ τα ζωώδη ένστικτά της. Μα και σε κείνα τα μέρη που λένε πως είναι πολιτισμένοι δεν είναι καλύτεροι. Το χώμα το ευρωπαϊκό έχει ποτιστεί με ποτάμια αίμα. Γιατί; Κάθε λίγο και λιγάκι πόλεμοι κι ανταρσίες. Σφαγές και αίματα. Γιατί; Ακόμα και στην Αρχαία Ελλάδα, στην Αθήνα του Περικλή, η ίδια η Πολιτεία χειροκρότησε το σκοτωμό του πιο καλού, του πιο αγαθού, του πιο σοφού ανθρώπου που γεννήθηκε ποτέ σε τούτο το γλόμπο, του Σωκράτη. Έγκλημα βδελυρό, στίγμα ανεξίτηλο του πιο μεγάλου, του πιο ωραίου πολιτισμού του κόσμου. Μα και κατόπιν σ’ όλες τις εποχές και σήμερα ακόμη, στ’ όνομα τάχα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του ανθρωπισμού, δε σκοτώνουν ανήλεα; Και δεν κρατάνε κάτω απ’ τη σιδερένια μπότα τους ελεύθερους ανθρώπους; Οι πολιτισμένοι δεν είχαν ρημάξει τους μαύρους της Κεντρικής Αφρικής με τα δουλεμπόρια; Πολιτισμένοι δε πέταξαν την ατομική μπόμπα στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι και δολοφόνησαν εκατοντάδες χιλιάδες αθώες υπάρξεις στ’ όνομα τάχα της παγκόσμιας ειρήνης; Γιατί; Γιατί ο άνθρωπος, όσο πολιτισμένος και να φαίνεται, μέσα του θα ‘ναι πάντα το πιο τρομερό αγρίμι. Κι όσα χρόνια κι αν περάσουν, πάντα ίδιος θα ‘ναι. Κι εγώ, ο κουτός, περιμένω, μέσα σε δέκα χρόνια να κάνω τους δικούς μου αγγελούδια. Δεν είμαι βλάκας με πατέντα;»

Ο αστυνόμος Γουίλλιαμ σαν πήρε την είδηση, ετοιμάστηκε αμέσως. Πάντα κυκλοφορούσε με ποδήλατο. Μα τώρα είχε κακόδρομο. Κατσικίσιο μονοπάτι κι ανηφορικό. Πρέπει ν’ ανέβει στα κατακόρφαδα. Πάνω κει ψηλά στους βουνόλοφους, παρακλάδια του Ντράκερσμπεργκ, γδυτούς, και κακοτράχαλους. Και το χωριό, στα σύνορα του Τρανσκάι και του Μπασούτολαντ. Σαν αετοφωλιά στέκει σε τούτη την απόμακρη κορφή, κάμποσα χιλιόμετρα από δω.

«Δε βγαίνει με ποδήλατο, σκέφτηκε ο αστυνόμος, ένας νταβραντισμένος Νοτιοαφρικάνος, ένα κι ογδόντα ύψος. Πρέπει να πάρω τ’ άλογο. Κακόμοιρο αλογάκι! Θα σού ‘ρθει λουκούμι. Μα τι να γίνει; Πρέπει να πάμε. Το καθήκον, βλέπεις. Η πολιτεία μας ταΐζει, μας ντένει, μας ποδένει, για να μας έχει για κάτι τέτοια. Να χτυπήσουμε το έγκλημα και να εξυγιάνουμε τις μαύρικες φυλές. Να τους κάνουμε αρνάκια. Κατάλαβες αλογάκι μου; Κουράγιο το λοιπόν.» Καβάλησε και δρόμο.

Πήρε την ανηφοριά. Οι πλαγιές θεόγυμνες. Εδώ και κει κανένα αγκαθόδεντρο κι η γη κατάξερη απ΄την αναβροχιά και το λιοπύρι. Μονάχα κάτω, στο βάθος, στις χαντακιές και τα ισιώματα, που ‘χε τρεχούμενα νερά, κυμάτιζαν τα καλοθρεμένα καλαμπόκια και φάνταζαν καταπράσινα φλοκωτή βελέντζα με γαλαζοπράσινη γαρνιτούρα. Τ’ άλογο άφρισε και ξάφρισε κι ο αστυνόμος βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και το χακί πουκάμισο είχε γίνει ένα με το κορμί του.

Με το σούρουπο κοντοζύγωνε. Στα φρύδια του χωριού, ένα μπουλούκι μαύροι, καμιά δεκαριά, τον σταμάτησαν. Ήταν οι προύχοντας κι οι σύμβουλοι του αρχηγού. Ο πιο σεβάσμιος απ’ όλους, ένα γεροντάκι με γκρίζο μουσάκι και με μια χοντρή μπατανία με εύθυμα χρώματα στην πλάτη, προχώρησε μπροστά.
Καλησπέρα, Μορένα, τον χαιρέτησε. Δύο ώρες τώρα ψάχνουμε το δάσος. Νομίζαμε πως έχασες τον δρόμο. Καλωσόρισες στα μέρη μας.

Χτύπησε τις δυο παλάμες του τρείς φορές και του ‘δωσε το χέρι. Ο αστυνόμος που μιλούσε τη γλώσσα τους, χαιρέτησε με χειραψία έναν ένα και στον καθένα έλεγε κι ένα καλό λόγο. Όλοι ήξεραν πως είναι αστυνομικός και με την ευγενική του συμπεριφορά τον συμπάθησαν απ΄την πρώτη στιγμή.

Από παράδοση οι Μπαντού είναι πολύ αργοί. Κάθε βιασύνη θεωρείται αγένεια. Και τα ζώα του δάσους τεμπέλικα δεν είναι; Αργά δε βαδίζουν; Γιατί και τούτοι να χαλούν τη ζαχαρένια τους; Έτσι τα ‘χει κάνει η φύση. Τούτος είναι ο κανόνας του Θεού. Αγάλια αγάλια και με το ραχάτι. Η βιάση είναι αφύσικη, είναι κατάρα. Όσο προλάβουν σήμερα. Έχουν και το ταχιά που ‘ναι μια άλλη μέρα του Θεού.

Είχες καλό ταξίδι; τον ρώτησε ο γέρος.
Όχι κι άσχημο. Μονάχα που η κάψα κι ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, απάντησε ο αστυνόμος.
— Τότε θα ‘σαι κουρασμένος
— Λίγο.
— Και διψασμένος.
— Ναι, θα ήθελα κάτι να πιω.
— Έχουμε μπύρα δροσερή. Τι θα ‘λεγες για καμιά κούπα;
— Με μεγάλη μου ευχαρίστηση.

Όλοι χάρηκαν κι αμέσως στρώθηκαν σταυροπόδι, δίπλα στον δρόμο, κάτω από μια δασιά βελανιδιά με παχύ ίσκιο. Δυο τσοπανόπουλα ξεσέλωσαν τ’ άλογο, το έτριψαν στα γρήγορα και το βγαλαν στη βοσκή. Έφεραν ένα μεγάλο δοχείο με ντόπια μπύρα και τ’ απόθεσαν στα πόδια του γεροντάκου με το γκρίζο μούσι.

Τούτος πήρε μια κούπα μισοκαδιάρικη, τη γέμισε μπύρα κι ήπιε πρώτος για να δείξει στο φιλοξενούμενο πόσο γνήσια, καθαρή κι αμόλυντη είναι. Την ίδια κούπα έδωσε στον αστυνόμο. Τούτος τράβηξε μερικές γεμάτες ρουφηξιές και την πέρασε στον διπλανό του. Εκείνος στον επόμενο κι ο άλλος στον άλλο, ώσπου έκανε ολόκληρο το γύρο. Ο γέρος την ξαναγέμισε και έκανε το δεύτερο γύρο. Ξαναγέμισε η κούπα και ξανά ώσπου στράγγιξε το δοχείο. Για την υπόθεση τσιμουδιά. Δεν είναι δική τους δουλειά. Είναι του αρχηγού. Λέγαν αδιάφορες κουβέντες. Για τα ζωντανά τους. Για τη φετινή σοδειά. Για τις αναβροχιές. Για τους αετούς και τ’ άλλα όρνια που αρπάζουν τα νιογέννητα αρνάκια. Για τα θανατερά τα φίδια, κόμπρες και μάμπες, που ‘ναι δημόσιος κίνδυνος. Για τη στοργική φροντίδα της κυβέρνησης και τέλος πόσο χάρηκαν για τον αστυνόμο που πήγε στο χωριό τους. Μεγάλη τιμή κι άπειρη καλοσύνη.

Ξεκίνησαν για το χωριό. Ο αρχηγός τους περίμενε. Καλοδέχτηκε τον αστυνόμο με ευγένεια και τον κάλεσε μέσα στο ”παλάτι” του. Τούτο ήταν ένας περιφραγμένος χώρος με διάφορα κτίσματα μικρά, μεγάλα, δωμάτια ύπνου, δωμάτια υποδοχής, γυναικωνίτες, ξενώνες, αποθήκες, σταύλοι, μια μεγάλη σάλα όπου γίνονταν τα συμβούλια και δίπλα το γραφείο. Όλα χτισμένα με χωμάτινες πλίθρες. Τα περισσότερα στρογγυλά, σαν μεγάλες κυψέλες, και σκεπασμένα με χόρτο παχύ. Η επίπλωσή τους ήταν απλή. Τ’ απαραίτητα. Κρεβάτια, τραπέζια, καρέκλες, σκαμνιά, νιπτήρες, σόμπες. Όλα καθαρά και νοικοκυρεμένα. Τον πήρε στο γραφείο του όπου μια πρόχειρη βιβλιοθήκη στόλιζε τον τοίχο και πολλά ευρωπαϊκά ενθύμια τοποθετημένα με τάξη και γούστο. Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον και έπιασαν τη κουβέντα. Απ’ έξω πηγαινοέρχονταν οι υπηρέτες που δούλευαν στ’ αρχοντικό. Σα λάχαινε κανένας να περάσει μπρος απ’ την πόρτα του γραφείου, έπεφτε κάτω και περνούσε μπουσουλώντας με τα τέσσερα. Ήταν μια παλιά παράδοση. Μια ευγενική χειρονομία στο σεβάσμιο πρόσωπο του αρχηγού. Δεν επιτρέπεται με κανένα τρόπο να σκεπάσει τη θέα του πολυχρονεμένου.

Αφού αντάλλαξαν μερικές τυπικές κουβέντες, ο αρχηγός πήγε ολόισια στο ψητό.

— Εδώ και δυο μέρες, ένας απ’ τους ανθρώπους μου όργωνε το χωράφι του. Το ινί, σκίζοντας την αυλακιά, ξέθαψε το σωματάκι ενός νεογέννητου μωρού. Θα ‘ταν καμιά δεκαριά μέρες θαμμένο. Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή και συντάραξε το χωριό. Ο φόνος του νεογέννητου είναι κατάρα. Είναι μαγάρα. Ο λαός μου πιστεύει πως τα πνεύματα των προγόνων μας θα τιμωρήσουν όλο το χωριό. Θα ρίξουν αρρώστια και θα μας ξολοθρέψουν. Πρέπει να βρεθεί ο φονιάς και να τιμωρηθεί αυστηρά. Έτσι μονάχα θα καθησυχάσουμε τα πνεύματα. Έπειτα, ο νόμος ορίζει, όταν ένας άντρας κάνει έρωτα με μιαν ανύπαντρη κοπέλα κι ένα παιδί γεννιέται, τούτη να χάνει την αγνότητά της και την υπόληψη της κι είναι αποδιοπομπαία. Γι’ αυτό οι γονείς του κοριτσιού έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν γερή αποζημίωση απ’ τον δράστη. Καταλαβαίνεις την ευθύνη μου. Την ευθύνη του αρχηγού απέναντι στον Θεό, στα πνεύματα, στο λαό, στους γονείς. Ο Θεός έταξε τον αρχηγό άγρυπνο φρουρό και προστάτη, για τη ήθη και έθιμα, για τις παραδόσεις και τους νόμους, για την τιμή και την υπόληψη, για την ειρήνη, την ησυχία και την ασφάλεια των υπηκόων του. Σαν βρεθεί ανίκανος να εκτελέσει τα καθήκοντά του, έναντι Θεών και ανθρώπων, πρέπει να θανατώνεται σε επίσημη τελετή και σε δημόσιο χώρο, που λέγεται ανάθεμα, και άλλος εκλεκτός του Θεού να παίρνει τη θέση του.
— Μπορώ να δω το πτώμα; 
ρώτησε ο αστυνόμος.
— Και βέβαια μπορείς.

Έφεραν το λείψανο. Είχε σχεδόν σαπίσει. Ίχνη τίποτα. «Δύσκολη δουλειά» σκέφτηκε ο αστυνόμος.
— Τη μάνα πρέπει να βρούμε, λέει ο αρχηγός.
— Υπάρχει κανένας γιατρός εδώ κοντά να κάνει νεκροψία; ρωτάει ο αστυνόμος.
— Όχι ! Μονάχα οι τσαρλατάνοι της φυλής μου. Δεν έχω εμπιστοσύνη σε δαύτους. Για πέντε δεκάρες πουλάν τη ψυχή τους στο διάβολο.
— Έχεις καμία ένδειξη;
— Τίποτα, καμία. Ωστόσο έχω μεγάλες ελπίδες σε σας. Ξακουστά τα κατορθώματα της αστυνομίας με τα αστέρια, τις ατσίδες.

Ο Αστυνόμος τα ‘βλεπε σκούρα. «Σάμπως τούτη τη φορά θα την πατήσω. Μα πρέπει να τους αποδείξω πως είμαστε πράγματι ατσίδες. Αλλιώς θα χάσω τον σεβασμό και την εκτίμηση.»
Ο μαύρος όμως ήταν πονηρός κι έξυπνος. Είδα ξάστερα τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες του Γουίλλιαμ. Κατάλαβε. Σαν αστραπή του ‘ρθε μία ιδέα και στη στιγμή κατάστρωσε το σχέδιό του.
— Δεν πειράζει, λέει, ας το ξεχάσουμε γι’ απόψε κι αύριο βλέπουμε.
Φάγανε καλά, τραβήξανε και κάνα δυο κανάτες μπύρα και πήγανε για ύπνο. Ο ξενώνας ήταν ένα δωμάτιο ειδικά επιπλωμένο για λευκούς. Κρεβάτι, τραπέζι, καρέκλα, άσπρα και καθαρά σεντόνια, κουβέρτες του κουτιού, νιπτήρας και χαλί. Δίπλα ήταν το μπάνιο μ’ έναν μεγάλο καθρέπτη στον τοίχο για ξύρισμα.
— Αν θέλει ζεστό νερό ή ό,τι άλλο, φώναξε τον υπηρέτη, του λέει ο Ματάτζι. Τον καληνύχτισε κι έφυγε.

Ο αστυνόμος Γουίλλιαμ έκλεισε την πόρτα, κάθισε στο κρεβάτι, άναψε τσιγάρο κι έπεσε σε περισυλλογή. Από που ν’ αρχίσει και που να τελειώσει. Όλες οι μαύρες γυναίκες είναι ίδιες. Κι ένα σωρό από δαύτες. Μήπως ανοίγουνε και το στόμα τους; Μήπως μαρτυράνε; Το ίδιο και οι μαύροι. Και να ξέρουν δε βγάζουν άχνα. «Δεν ξέρω αφεντικό» είναι η στερεότυπη απάντησή τους. Και να θέλει κανείς να μαρτυρήσει, φοβάται. Σαν τον πάρουν χαμπάρι, δε προλαβαίνει να ζήσει ούτε μια ώρα. Αν δε μπορέσουν να τον ξεκάνουν οι ίδιοι, θα πάνε στο Μάγο. Θα του βάλουν στο χέρι μερικές δεκάρες και κείνος θα στείλει το Τοκολότσι, το μικρό διαβολάκο που ‘χει στις διαταγές του, και τη νύχτα θα τον πνίξει στον ύπνο. Άντε τώρα συ και βγάλ’ τα πέρα με δαύτους. Πιστεύουν σ’ ένα σωρό δαιμόνια. Έχουμε και μεις τις βλακείες μας. Τα φαντάσματα, τους καλλικατζάρους, τις νεράιδες, τα σεριάνια των ψυχών κι ένα σωρό άλλα ανόητα που μας έχουν μείνει από παράδοση. Μα τούτοι το παρακάνουν. Είναι φανατισμένοι ως το κόκκαλο. Ακόμα κι ο Ματάτζι τρέμει μπρος σε δαύτα και μένει πιστός στα παλιά σκαριά. «Καλά, λέει, λέμε πως είναι σαχλαμάρες, μα αν είναι αληθινά;». Κι έτσι περνάν από γενιά σε γενιά για χιλιάδες χρόνια τώρα.

Πως θα βγει άκρη με τούτη την παλιοράτσα, δε ξέρει. Και με τούτες τις σκέψεις έπεσε για ύπνο ο Γουίλλιαμ. Με το σκάσιμο της ανατολής, ο αστυνόμος ήταν αλέστα. Πλύθηκε, ντύθηκε, συγυρίστηκε και βγήκε. Απέξω, στο μεγάλο πλάτωμα είδε μ’ έκπληξη μια σύναξη από γυναίκες. Κι άλλες έρχονταν, κι άλλες. Μπουλούκια, μπουλούκια έμπαιναν στο πλάτωμα απ’ όλες τις μεριές. Κι όσο πέρναγε η ώρα και πιο πολύ έπηζε ο τόπος απ’ το γυναικομάνι.

Τι συμβαίνει; ρωτάει τον υπηρέτη, γιατί όλη αυτή η μάζωξη;
Ο αρχηγός ξαπόστειλε χτες βράδυ ανθρώπους του και κάλεσε για σήμερα όλες τις ανύπαντρες της περιοχής, και μερικές παντρεμένες μεσόκοπες.

Ο αστυνόμος κατάλαβε. Ανάμεσα σε τούτο το συρφετό θα πρέπει να τσιμπήσει την ένοχο. Τώρα πια ήταν σίγουρος για την αποτυχία και το ρεζιλίκι. Πάνω στην ώρα να κι ο αρχηγός με την ακολουθία του.

Καλημέρα κ. Γουίλλιαμ, τον χαιρέτησε. Ελπίζω να κοιμηθήκατε καλά.
Πολύ καλά ευχαριστώ, του απαντάει ξερά ο αστυνόμος.
Έφεραν δυο ξύλινα σκαμνιά.
Ελάτε, τον κάλεσε ο αρχηγός. Καθίστε κοντά μου.
Κάθισαν.
Τώρα πια έφτασε η ώρα να φέρουμε σε πέρας τη δουλειά, του λέει με ύφος όλο θρίαμβο και αισιοδοξία.
Ο αστυνόμος του απαντούσε με μισόλογα. Ήταν σαν χαμένος. Λες κι είχε τραβήξει μια γερή σούρα από χασίσι.
Όλες τούτες οι νεαρές κοπέλες είναι ανύπαντρες, συνεχίζει ο αρχηγός. Και φανερό πως μια απ’ αυτές είναι η μητέρα του παιδιού. Αν ήταν παντρεμένη, γιατί να το πετάξει;
Ο αστυνόμος στεκόταν στα καρφιά. Ο αρχηγός τον ρώτησε με δόση ειρωνείας.
Ξέρεις κανέναν τρόπο να την βρούμε; Εμπρός επί το έργον.
Ο αστυνόμος ένιωσε τα λόγια του σα μαχαιριά. Δεν είπε τίποτα. Δύσκολο να βρει τρόπο άμεσο κι αποτελεσματικό.
Έχω έναν δικό μου τρόπο, λέει ο αρχηγός. Είμαι βέβαιος πως πολύ γρήγορα θα τη φέρω μπροστά μου.

Και δίχως να περιμένει απάντηση έδωσε διαταγή όλες οι κοπέλες να γδυθούν κατατσίτσιδα από τη μέση και πάνω. Οι ηλικιωμένες να κάνουν επιθεώρηση. Να πιέσουν τα στήθη της καθεμιάς. για να βρούνε ποια από δαύτες είναι γαλάρια. Και κείνη που θα βγάλει γάλα είναι σίγουρα η μάνα του παιδιού.

Οι γερόντισες άρχισαν τη δουλειά τους. επιθεώρησαν τη πρώτη σειρά, πέρασαν στη δεύτερη, πιάσανε την τρίτη, φτάσανε στην τέταρτη, την τέλειωσαν και μπήκανε στην πέμπτη. Ο Ματάτζι περίμενε με αγωνία κι ο αστυνόμος μαρμαρωμένος, σαν συνεπαρμένος. Για πρώτη φορά έβλεπε ένα τέτοιο θέαμα. Και τρόπο σαν και τούτον, τόσο πρωτότυπο, δεν ήταν δυνατό να τον σοφιστεί μήτε ο πιο φημισμένος μυστικός αστυνόμος. Μα κι απ’ όσα είχε διαβάσει, πουθενά δε το ‘χε συναντήσει.

Στη μέση της πέμπτης σειράς, ξαφνικά σταμάτησε η επιθεώρηση, έγινε ένας μικρός σάλος και μαζεύτηκαν όλες οι μεσόκοπες στο ίδιο μέρος και γύρω σε μια απ’ τις κοπέλες. Διαπίστωσαν πως το υγρό που έτρεχε απ’ τις ρόγες της ήταν μανόγαλο. Ένας από την ακολουθία έτρεξε γρήγορα προς τα κει και γυρίζοντας ανήγγειλε το ευχάριστο νέο στον αρχηγό. Εκείνος με τη σειρά του γύρισε στον αστυνομικό και του λέει σε τόνο θριάμβου:
—Τη βρήκαμε.

Σηκώθηκαν και τράβηξαν προς τα κει. Οι γερόντισες παραμέρισαν. Ένα κορίτσι ως δεκαοχτώ χρονών, ψηλό, λιγνό και ταλαιπωρημένο, με χρώμα λίγο πιο ανοιχτό απ’ τις άλλες, έστεκε κει μπροστά τους κατατσακισμένο απ’ τη θλίψη.

— Αστυνόμε Γουίλλιαμ, του λέει ο αρχηγός, να την η εγκληματίας, μπορείτε να την συλλάβετε.
— Είστε απόλυτα βέβαιος πως είναι τούτη;
— Δεν είναι παντρεμένη κι αφού έχει γάλα πρέπει να ‘χει και μπέμπη. Αν είναι αθώα ας μας παρουσιάσει το παιδί της.
— Είσαι παντρεμένη; τη ρώτησε ο αρχηγός.
Όχι, απαντάει με σβησμένη φωνή τρέμοντας σύγκορμη.
Που είναι το παιδί σου;
— Δεν έχω παιδί, Μορένα.
— Μα πρέπει να είχες.
— Το παιδί πέθανε.
— Και τί το κανες;
— Το ‘θαψα στο χωράφι.
— Γιατί δεν είπες τίποτα;
— Το παιδί γεννήθηκε πεθαμένο κι επειδή είμαι ανύπαντρη, ήθελα να κρύψω τις ντροπές μου και το ‘ θαψα. Συγχωρέστε με παρακαλώ….

Ο αστυνόμος τη φόρτωσε σε ένα κάρο μαζί με το πτώμα και την πήρε μαζί του στο Ματατέλε. Εκεί έγινε νεκροψία και διαπιστώθηκε πως το παιδί πράγματι γεννήθηκε πεθαμένο. Τη δίκασαν μονάχα γιατί απέκρυψε τη γέννα και το θάνατο. Πήρε αναστολή και ξαναγύρισε σπίτι της. Ο πατέρας της αξίωσε την τιμωρία του αγαπητικού, που του επέβαλαν να παραχωρήσει δεκαπέντε κεφάλια βόδια. Τα ‘δωσε κι όλοι τους ήταν ευχαριστημένοι. Αργότερα παντρεύτηκε και την κοπέλα. Μονάχα ο αστυνόμος Γουίλλιαμ έμεινε με τον καημό του και πάντα το ‘λεγε «Δε θα ξεχάσω ποτέ το σκαμπίλι που ‘φαγα απ’ τον αρχηγό Ματάτζι».

gun logo white circle
caso pensato λευκό
portal for articles
Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.