casopensato logo IN USE
back button

Milano Calibro 9

Η θάλασσα του euro-crime, των 60s’ και 70s’, είναι αχαρτογράφητη, συχνά ταραγμένη και οπωσδήποτε για έμπειρους και προπονημένους ναυτικούς – θεατές. Υποκειμενικά μιλώντας, πιστεύω πως οι Γάλλοι έχουν τα ηνία και όχι μονάχα λόγω του Jean Pierre Melville. Υπάρχουν πολλές και πραγματικά αξιόλογες αστυνομικές, γαλλικές ταινίες της εποχής, αργές, γρήγορες, αιματηρές, ονειρικές και πάντα ενδιαφέρουσες.

Μετά έρχονται οι Βρετανοί, με λιγότερες αριθμητικά, αλλά συχνά αξιόλογες δουλειές. Ακολουθούν οι Ιταλοί με τόνους παραγωγής ταινιών που ονομάστηκαν Polizzioteschi και Gialli. Τα περισσότερα από αυτά τα film είναι για μυημένους και φανατικούς και για να τα ευχαριστηθείς, πρέπει να έχει δει τουλάχιστον είκοσι φορές τον Popeye Doyle και τον Paul Kersey να αλωνίζουν στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Προσωπικά απολαμβάνω τον Franco Nero και τον Maurizio Merli να παίζουν μπουνιές με τους “κακούς” και να διαλύουν Alfa Romeo, όμως δυσκολεύομαι να προτείνω τους συγκεκριμένους τίτλους σε πιο ευκαιριακούς θεατές.

Η διαφορά του “Milano Calibro 9” με τα υπόλοιπα Polizzioteschi είναι ότι η παρακολούθησή του δε χρειάζεται εξηγήσεις, υπεκφυγές, ούτε δικαιολογίες. Είναι το καλύτερο, ιταλικό αστυνομικό της γενιάς του, τελεία και παύλα. Ο Ugo Piazza είναι ένας μικροκακοποιός που αποφυλακίζεται, μετά από παραμονή ετών στο κολέγιο. Όλοι πιστεύουν ότι έχει αρπάξει 300 χιλιάδες δολάρια από τον ισχυρότερο εγκληματία στο Milano, τον “Αμερικάνο” και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να τα βάλει στο χέρι. Ο Piazza επιμένει ότι δεν έχει σχέση με τις κατηγορίες και προσπαθεί να ζήσει ήσυχα και να επανασυνδεθεί με την πρώην μνηστή του, που δουλεύει χορεύτρια σε καμπαρέ. Όμως οι δεσμοί με το οργανωμένο έγκλημα κόβονται δύσκολα, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Η ταινία βασίζεται σε συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα Giorgio Scerbanenco και αποτυπώνει την καθημερινότητα του οργανωμένου εγκλήματος στη Βόρεια Ιταλία με απαράμιλλο ρεαλισμό και γλαφυρότητα. Σε αντίθεση με τα περισσότερα, ιταλικά, αστυνομικά δράματα, η ταινία του Fernando Di Leo δεν αναλώνεται σε κυνηγητά, πυροβολισμούς και τουμπαρισμένα αυτοκίνητα. Η δράση είναι περιορισμένη – αλλά με εξαιρετική κινηματογράφηση – και η κάμερα συγκεντρώνεται στο δράμα των ηρώων. Είναι ο Ugo Piazza ένας ταλαίπωρος άνθρωπος που προσπαθεί μάταια να ισιώσει, ή μήπως έχει κρυφή ατζέντα που μονάχα εκείνος γνωρίζει;

Ο πρωταγωνιστής Gastone Moschin, που εμφανίστηκε δύο χρόνια αργότερα στο Godfather II σαν Don Fanucci, παίζει ήρεμα και μετρημένα, σαν καχύποπτη γάτα που τριγυρίζει στο σκουπιδότοπο, αναζητώντας την καθημερινή της τροφή. Σχεδόν ποτέ δεν έχει εκρήξεις, μιλάει ελάχιστα και παίζει κυρίως με τα μάτια και τις εκφράσεις του προσώπου του (ένας άσχημος, καραφλός Steve McQueen ίσως). Η μνηστή του είναι η εκρηκτική Barbara Bouchet και η ερμηνεία της βασίζεται περισσότερο στα φυσικά χαρακτηριστικά, παρά στο ταλέντο  (ανταποκρινόμενη απόλυτα στις ανάγκες του ρόλου). Ο βασικός ανταγωνιστής και πρωτοπαλίκαρο του Αμερικάνου ενσαρκώνεται από τον Mario Adorf, σε μια ερμηνεία που θα έκανε τον Σπύρο Καλογήρου να νιώθει… Spencer Tracy. Υπερβολικά σαδιστής, φωνακλάς και χαζοχαρούμενος, αποτελεί τη μεγαλύτερη παραφωνία του “Milano Calibro 9”.

Ο διαβόητος Αμερικάνος εμφανίζεται μονάχα σε τρεις σκηνές, οι οποίες όμως αρκούν για να πείσουν ότι κινεί τα νήματα του οργανωμένου εγκλήματος στο Milano. Πρόκειται για τον Αμερικανό ηθοποιό Lionel Stander, ο οποίος αφού καταξιώθηκε σα ρολίστας στο Hollywood, στάθηκε μπροστά στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων του γερουσιαστή McCarthy, κατηγορούμενος για σχέσεις με το κομμουνιστικό κόμμα.

Ο Stander ήταν ιδρυτικό μέλος του Σωματείου Αμερικανών Ηθοποιών και δε δίστασε να σηκώσει το μεσαίο δάχτυλο, σαν απάντηση στις ερωτήσεις της Επιτροπής, σχετικά με γνωριμίες του με αριστερούς. Αναμενόμενα, απομονώθηκε από τα μεγάλα studio και κατέληξε να εμφανίζεται σε περιφερόμενους θιάσους, αλλά και να εργάζεται σα χρηματιστής στην Wall Street. Όπως τόσοι άλλοι Αμερικανοί Αριστεροί από το χώρο του θεάματος, αναζήτησε καλλιτεχνικό καταφύγιο στην πιο ανεκτική Ευρώπη, για να εγκατασταθεί μετά από χρόνια στη Ρώμη και να καταλήξει… ο “Αμερικάνος” σε μια euro – crime παραγωγή. Στη Ρώμη γνώρισε και τον Robert Wagner, χάρις στον οποίο ξαναγύρισε στην πατρίδα του και πήρε το ρόλο του butler στην εξαιρετικά επιτυχημένη σειρά “Hart to Hart”, με χρυσές σφαίρες και πολλά παλαμάκια για την ερμηνεία του. Πέθανε το 1994, έχοντας κάνει έξι γάμους και έχοντας ζήσει πράγματα που θα εντυπωσίαζαν ακόμα και τον εγκληματία που υποδύεται στο “Milano Calibro 9”.

Ο Stander πάντως δεν είναι η μόνη… αριστερή αναφορά στην ταινία. Ο Scerbarnenco που έγραψε το πρωτότυπο έργο ήταν φανατικός αντικομμουνιστής, έχοντας χάσει τον πατέρα του στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης κι έχοντας ζήσει άσχημα, σαν πρόσφυγας στην Ιταλία. Όμως ο σκηνοθέτης Fernando Di Leo εμφανίζει τον αστυνόμο Mercuri να τονίζει στον ανώτερό του, ότι το έγκλημα είναι αποτέλεσμα κι όχι αιτία και πως για τα δεινά της Ιταλίας, ευθύνονται οι βιομήχανοι και οι καπιταλιστές που εξάγουν τα χρήματά τους στην Ελβετία και το Lichtenstein. Ανοίγει υπερβολικά την καρδιά και το στόμα του, το παρακάνει με την καθοδήγηση στο αστυνομικό τμήμα κι αναμενόμενα παίρνει μια ωραία μετάθεση για το Νότο, για να πάει να τα πει στους βρωμιάρηδες της Napoli και του Reggio Calabria.

Βάλτε όλα τα παραπάνω στο mixer και προσθέστε, αποπνικτική ατμόσφαιρα, σκιές και αμφιβολία για όλους. Ο Ugo Piazza συναντιέται με παλιούς συντρόφους του, ξεπεσμένους μαφιόζους που τονίζουν ότι το σύγχρονο οργανωμένο έγκλημα δεν έχει καμιά μπέσα και τιμή. Ο καθένας μπορεί να στη φέρει πισώπλατα, ενώ η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα είναι έννοιές άγνωστες όταν ο ήλιος δύει στο Milano. Στο τελευταίο τέταρτο, η ταινία απογειώνεται και οι τίτλοι τέλους φέρνουν τάξη και ισορροπία. Τα πράγματα έχουν μπει στη θέση τους, οπλίστε και πάμε για τη συνέχεια.

Το soundtrack του Louis Enrique Bacalov, εκτελεσμένο από το progressive rock συγκρότημα Ossana γραπώνει το θεατή από το σβέρκο, από τις εναρκτήριες κιόλας σκηνές, τονίζοντας το δράμα και την ένταση της ταινίας. Άνετα στέκεται δίπλα στις καλύτερες δουλειές του Ennio Morriconne και των Goblin.

Ø

 

Η ταινία δε συζητιέται σήμερα όσο άλλες σύγχρονές της όπως το “Get Carter”, ή το “Le Samourai” και είναι λογικό. To cast είναι πιο άγνωστο (και ξεχασμένο μέσα στο χρόνο) και κάποιες λεπτομέρειες έχουν υλοποιηθεί άτσαλα (η σκηνή με τα δύο πακέτα είναι κάπως χαζή). Συνολικά όμως, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσα στο γάλα σε σχέση με τη μάζα του ιταλικού crime cinema, γιατί διαθέτει ένταση, ουσία, εξαιρετική ατμόσφαιρα και δεν εξαντλείται σε κλωτσομπουνίδια και αφελή αντριλίκια, με παχύ μουστάκι. Είναι με διαφορά η πιο ώριμη, ισορροπημένη και καλοφτιαγμένη ταινία του είδους, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις δοξασμένες όμοιές της από το Νησί και τα καταγώγια της Μονμάρτης και του Μοντπαρνάς. Η επιρροή και η αναγνώρισή της σε ορισμένους κύκλους είναι τέτοια που η Nike ονόμασε ένα ιταλικό, διαφημιστικό spot “Milano Calibro Kobe”. Στο video – που έχει σκηνοθετήσει ο έτερος θρύλος, σκηνοθέτης Enzo Castellari – εμφανίζονται οι Gennaro Gattuso, Marco Materazzi, Claudio Marchisio, Marco Belinelli και Kobe Bryant, σαν μικροκακοποιοί pulp μυθοπλασίας. Capische?

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.