casopensato logo IN USE
back button

Judge Dredd

Το “Judge Dredd” ξεκίνησε από το φημισμένο, βρετανικό περιοδικό comics “2000 AD” και εξελίχτηκε σε μια μακρόβια και αναγνωρίσιμη, εικονογραφημένη σειρά μυθοπλασίας. Βρισκόμαστε στο δυστοπικό 2099, στη χαοτική Mega City One, όπου η βία και η εγκληματικότητα έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.

Προσπαθώντας να ελέγξουν την αναρχία και να επιβάλουν κάποια τάξη, οι αρχές επιβάλουν το θεσμό των “Δικαστών”. Το συγκεκριμένο σώμα είναι υπεύθυνο για την αστυνόμευση, την ποινική δίωξη όσων παραβαίνουν το νόμο, καθώς και την εκτέλεση των ποινών τους. Με άλλα λόγια, οι Δικαστές κατουράνε τον Μοντεσκιέ και τις θεωρίες του περί διάκρισης νομοθετικής, δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας και περιπολούν πάνοπλοι σε κακόφημες γειτονιές, συλλαμβάνοντας δικάζοντας και εκτελώντας χωρίς πολλές κουβέντες παράνομους, αλλά και αρκετούς που δεν τους γουστάρουν στο μάτι.

Το comic μέσα από κλασικές αστυνομικές ιστορίες κάνει έμμεση κριτική στον απολυταρχισμό και στην κατάχρηση εξουσίας, που θα μπορούσαν να προκύψουν υπό την απειλή κοινωνικής αναταραχής και μεγάλης αναρχίας. Ο συγγραφέας και δημιουργός του Dredd, John Wagner, είχε γράψει αρκετά σενάρια για το καραβανάδικο comic “Battle” ενώ διατέλεσε και αρχισυντάκτης του σημαντικού αγορίστικου περιοδικού “Valiant”, δημιουργώντας χαρακτήρες όπως ο “One-Eyed Jack”, ένα μονόφθαλμο υβρίδιο του Harry Callahan. Οι παραπάνω εμπειρίες έπλασαν τον “Δικαστή Dredd”, οποίος υπηρετούσε το ΝΟΜΟ και κανέναν άλλον και τον υπερασπιζόταν, με νύχια, δόντια, μπαζούκας, αλυσοπρίονα και τέλος πάντων, οποιοδήποτε μέσον θα σωφρόνιζε τσογλάνια, αλλά και δημόσιους λειτουργούς, που δρούσαν στο περιθώριο.

Η σειρά ήταν έντονη οπτικά και αμφιλεγόμενη με το καλημέρα, τόσο λόγω της βίας της, όσο και των ζητημάτων που άνοιγε στα καρέ των σελίδων της: Πρόληψη, ή καταστολή; Σωφρονισμός και επανένταξη, ή άμεση εκτέλεση των καθαρμάτων; Δηλαδή κοινωνικός προβληματισμός, πασπαλισμένος με μπόλικο μπαρούτι και χυμένα μυαλά. Παρότι έχω διαβάσει μερικά comics του Judge Dredd, δεν είμαι ειδικός και θα αρκεστώ σε μια σύντομη αναφορά στις δύο κινηματογραφικές προσπάθειες που έγιναν, με πρωταγωνιστή τον αρματωμένο δικαστή.

Στις αρχές των ‘90s οι μεταφορές comic ηρώων στη μεγάλη οθόνη ήταν της μόδας και συνήθως άφηναν καλά χρήματα στα studio. Στα μέσα της δεκαετίας μαζεύτηκαν ικανοποιητικά χρήματα και συντελεστές που πίστευαν πολύ σε μια ταινία “Judge Dredd”. Μετά από αρκετές δοκιμές, αναβολές και απορρίψεις, πίσω από την κάμερα βρέθηκε ο άπειρος Danny Cannon, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβε ο super star Sylvester Stallone.

I am the law!

O Sly διένυε μια δεύτερη νιότη χάρις στο καθημερινό γυμναστήριο και τις εισπρακτικές επιτυχίες των “Cliffhanger” και “Demolition Man” και οι παραγωγοί εκτίμησαν ότι το κορμί του μπορεί να κουνήσει εισπρακτικά το εγχείρημα, κυρίως στο κοινό που δεν ήξερε ποιος και τι ήταν ο “Judge Dredd”. Πέρα από τον Stallone, στη διανομή εμφανίζονταν βαριά ονόματα όπως των Max von Sydow, Jurgen Prochnow, Armand Assante και της Diane Lane, δημιουργώντας προσδοκίες.

26 χρόνια μετά την παρθενική προβολή του, το “Judge Dredd” φαντάζει σαν ένα μεγάλο hit and miss. Οι φανατικοί του comic γράφουν και ξαναγράφουν στο internet ότι είναι η χειρότερη ταινία όλων των εποχών και μπροστά του το “Catwoman”, είναι “Πολίτης Kane”. Κάτι που προφανώς δεν ισχύει. Ο ανατριχιαστικός μονόλογος του James Earl Jones στην έναρξη και η σύντομη περιήγηση σε ένα περιβάλλον όπου το Blade Runner συναντάει το “Fifth Element”, αφήνει υποσχέσεις, ο οποίες γρήγορα καταρρέουν. Ο Sly είναι σφιχτός και γυμνασμένος – όπως αρμόζει στο ρόλο – και κατά τη γνώμη μου, το casting του ήταν σωστό. Το πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος δε φαίνεται να ενδιαφέρεται ούτε για το comic, ούτε για το χαρακτήρα που υποδύεται, αντίθετα περιφέρει το θρύλο του Rocky και του Rambo, σε μια δυστοπική μεγαλούπολη. Τα 15 εκατομμύρια δολάρια της αμοιβής του αντιστοιχούσαν σχεδόν στο ένα πέμπτο του συνολικού προϋπολογισμού του έργου, οπότε λίγη ώρα μετά την έναρξη ο Stallone βγάζει τη μάσκα του Dredd (αδιανόητη ιεροσυλία για τους οπαδούς) και βροντοφωνάζει “I am the law!”, με το φακό να ζουμάρει συνέχεια στο στραβό του το σαγόνι. Ίσως ένας έμπειρος και φτασμένος σκηνοθέτης να τον έβαζε σε τάξη, όμως αυτό που δεν κατάφερε ο Andrei Konchalovsky λίγα χρόνια πριν στο “Tango & Cash”, σίγουρα δε θα το κατάφερνε ο 27χρονος και άβγαλτος Danny Cannon. Επίσης, εμφανής είναι η διάθεση να φιλτραριστεί ένα πολύ βίαιο σύμπαν, έτσι ώστε ανήλικοι να έχουν πρόσβαση στην αίθουσα.

Τα πρόσωπα των χαρακτήρων θα τρόμαζαν συμμορίτες και φυλακόβιους, όμως κάθε δυσάρεστη κατάσταση περιγράφεται, υπαινίσσεται, η απλώς η κάμερα στρέφεται αλλού, πιάνοντας μονάχα λίγα αίματα.

Είπαμε πριν ότι οι προσδοκίες σύντομα καταρρέουν, όμως δε γκρεμίζονται εντελώς. Το Judge Dredd έχει κάποια ποιότητα, για όσους έχουν υπομονή και βγάλουν τις παρωπίδες. Μερικές διάσημες ιστορίες του comic έχουν συνδυαστεί για να προκύψει ένα σενάριο, που τελικά βγάζει άκρη και θίγει – έστω κι ελάχιστα – το θέμα της απολυταρχίας και της κατάχρησης εξουσίας. Η Mega City One είναι περίτεχνα φτιαγμένη και φωτογραφημένη, τα κοστούμια προσεγμένα και το soundtrack του Alan Silvestri (“Back to the Future”, “Predator”) εξαιρετικό. Το αντίπαλο δέος του Dredd είναι ο ψυχοπαθής δικαστής Rico, τον οποίον υποδύεται ο Armand Assante, ένας έμπειρος ηθοποιός, o οποίος εξαρτάται πολύ από τον μαέστρο πίσω από την κάμερα.

Όπως είπαμε, εδώ ο σκηνοθέτης ήταν απασχολημένος να ολοκληρώσει την ταινία και να ικανοποιεί το εγώ του Stallone, οπότε ο Assante αφέθηκε να κάνει τον πίθηκο, παραδίδοντας μια ατσούμπαλη και υπερβολική ερμηνεία. Η Diane Lane είναι όπως πάντα κούκλα, αλλά η ερμηνεία της κρίνεται μάλλον διαδικαστική.

Συνοψίζοντας, πιστεύω ότι το καράβι του “Judge Dredd” ακούμπησε σε ύφαλο και προσάραξε, χωρίς τελικά να βυθιστεί. Οι επιβάτες και το πλήρωμα σώθηκαν, δίνοντας ωραίες σκηνές, εκπληκτικό μουσικό θέμα και τελικά μια ανάμνηση για μια ταινία που θα μπορούσε, αλλά δεν τόλμησε.

Η δεύτερη απόπειρα για κινηματογραφική μεταφορά του δικαστή έγινε το 2012. Πίσω από την κάμερα βρέθηκε κάποιος Pete Travis, με καριέρα κυρίως στην τηλεόραση, τα εξωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Johannesburg, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβε ο Νεοζηλανδός, Karl Urban. Ο Urban είναι ένας συνεπής επαγγελματίας, μακριά από το stardom status του Sly (και προφανώς με πολύ χαμηλότερο κασέ), οπαδός του ομώνυμου εικονογραφημένου και κυρίως κάποιος που θα πειθαρχήσει για το συνολικό καλό μιας παραγωγής. Με άλλα λόγια, ο Dredd του Urban είναι ο ήρωας των comic, που ποτέ δε βγάζει το κράνος του και ζει με μόνο σκοπό την τήρηση του νόμου.

Πεδίο δράσης κι εδώ είναι η “Mega City One” η οποία φιλοξενεί 800 εκατομμύρια κόσμο και μαστίζεται από το ναρκωτικό SLO – MO που δίνει στο χρήστη την αίσθηση ότι ο χρόνος κυλάει στο 1/100 της πραγματικής του διάρκειας. Υπεύθυνη για τη διανομή του SLO – MO είναι η αδίστακτη Ma – Ma (η Lena Heady του “Game of Thrones”), μια πρώην πόρνη που σκότωσε τον νταβατζή της (με τα δόντια!) και πλέον δρα με αρχηγείο το “Peach Tress”,  έναν ουρανοξύστη 75 χιλιάδων ατόμων.

Όταν ο Dredd μια νεαρή δόκιμο – με μαντικές ικανότητες – εισβάλουν στο Ροδακινόδεντρο για έλεγχο, η Ma – Ma θα τους κλειδώσει μέσα, συγκεντρώνοντας όλο το στρατό της για τους εξοντώσει.

Το “Dredd” είναι οπτικά σύγχρονο της εποχής του, με μεγάλες δόσεις ψηφιακών εφέ, τα οποία δε φαντάζουν πρόχειρα, ή φτηνά. Υπάρχει αρκετό slow – motion, κάθε φορά που κάποιος χρήστης καταναλώνει το ομώνυμο ναρκωτικό. Το εύρημα έχει πλάκα, αλλά δε θα αλλάξει την ιστορία του κινηματογράφου. Συνολικά πάντως, η ταινία είναι προσγειωμένη και δε βάζει υπερβολικά φιλόδοξους στόχους. Πρόκειται για ένα παιχνίδι γάτας – ποντικού μέσα σε έναν ουρανοξύστη, που θυμίζει σχετικά το ινδονησιάνικο, “The Raid” της ίδιας περιόδου. Η βία και ο αμοραλισμός είναι έντονα και η ταινία σαφώς και δεν απευθύνεται σε αθώο και ανυποψίαστο, παιδικό κοινό. Η ανταλλαγή πυρών θα έκανε τους John Woo και Ringo Lam να ζηλέψουν και όποιος το αξίζει, τελειώνει τη ζωή του με εντυπωσιακό και αιματηρό τρόπο. Ο Urban είναι ο σωστός Dredd, στρατιώτης του νόμου, ακούραστος προστάτης της τάξης και συνολικά ανέκφραστος στρατιώτης, ταγμένος στο καθήκον. Όλες οι ερμηνείες είναι επαρκείς, με πιο ενδιαφέρουσα εκείνη της δόκιμου – μέντιουμ (Olivia Thirbly), η οποία παίρνει το βάπτισμα του πυρός στο Ροδακινόδεντρο, με τον πιο αποτελεσματικό και άμεσο τρόπο.

Ø

Για να μην τα πολυλογούμε, το “Dredd” είναι μια σωστή και μετρημένη ταινία, κλάσεις ανώτερη από τον προκάτοχό της. Όμως, είναι ξεκάθαρα μια ταινία δράσης, η οποία τυχαίνει να εξελίσσεται στο σύμπαν του comic του John Wagner. Αν εξαιρέσουμε τα πρώτα, πανοραμικά πλάνα της νοτιοαφρικανικής μεγαλούπολης, ελάχιστα ένιωσα ότι βλέπω μια ιστορία του Δικαστή και όχι ένα προσεγμένο, action film από το Hong Kong.

Συνήθως αποφεύγω τις ισορροπημένες, διπλωματικές τοποθετήσεις (είναι άλλωστε αντίθετες στη γατίσια φύση μου), όμως πιστεύω ένα πάντρεμα του σεναρίου, της ατμόσφαιρας και της μουσικής της πρώτης ταινίας (το soundtrack του “Dredd” είναι ένα αδιάφορο, ψηφιακό, πράγμα), με την ωριμότητα της δεύτερης θα μας έδινε την κινηματογραφική μεταφορά, που αξίζει ένα τόσο σημαντικό εικονογραφημένο. Συνεχίζοντας αυτή την ονειροπόληση, σκέφτομαι ότι ιδανικός για να κάτσει πίσω από την κάμερα θα ήταν ο Neil Marshall (“The Descent”, “Centurion”, “Black Sails”). Μέχρι λοιπόν να προκύψει αυτή η ονειρεμένη κινηματογραφική απόδοση του χαρακτήρα, μπορούμε να βλέπουμε τις δύο υπάρχουσες απόπειρες, που με λίγη η περισσότερη χάρη γαβγίζουν “I AM THE LAW!”.

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.