casopensato logo IN USE
back button

Λάζαρος Αλεξάκης

Συνέντευξη στο περιοδικό Caso Pensato

Λ

| 2021

Caso Pensato: Ο εωσφορικός Λυκάνθρωπος του μεσαίωνα (που επιβάλει στη κοκκινοσκουφίτσα να προβεί σε κανιβαλισμό τρώγοντας την ίδια της τη γιαγιά πριν φάει εκείνος την ίδια) μετά από επτά αιώνες γίνεται ένας κανονικός Λύκος (που ικανοποιεί απλώς τη πείνα του τρώγοντας ο ίδιος τη κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά), ενώ δύο αιώνες αργότερα οι αδελφοί Γκριμμ παραφράζοντας τον Σαρλ Περώ, σώζουν τελικά τη κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά καταδικάζοντας τον Κακό Λύκο σε θάνατο. Άλλοι δύο αιώνες μετά και έχουμε ποια εκδοχή του Κακού Λύκου; Πόσο κακός είναι πλέον και ποια είναι η μοίρα του στον 21º αιώνα;

Λ.Α.: Στον 21º αιώνα είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις τους λύκους από τις γιαγιάδες. Δεν ήταν ποτέ κακός ο λύκος. Ήταν απλά ο εαυτός του. Μα κάποιον πρέπει να δαιμονοποιούμε για να διαιωνίζεται ένα ‘εμείς κι εσείς’, και ο λύκος είναι πολύ βολικός. Δεν πειράζει. Ο λύκος πάντα επιβίωνε στα περιθώρια της ιστορίας παρά τις φονικές, πολιτικά ορθές, κοκκινοσκουφίτσες. Πρέπει κάποια στιγμή να σκεφτούμε beyond wolves and sheep για να παραφράσω τον αγαπημένο Φρειδερίκο.

 

Caso Pensato: Σαν Λύκος βρίσκεται λοιπόν ο συγγραφέας Λάζαρος Αλεξάκης εδώ κι εκεί μες στο διαδίκτυο. Από το 2005 περίπου αρθρογραφείτε στο περιοδικό ΜΟΤΟ, στη στήλη σας «στο Στόμα του Λύκου» που μετατρέπεται σε δύο ομώνυμα βιβλία με υπότιτλο «Μοτοσυκλετιστικές ιστορίες καθημερινής τρέλας» απ’ τις εκδόσεις MAMAYA, το 2016 και το 2017. Αν κάποιος δεν καταλαβαίνει όρους όπως ‘Χασκούρνα’ κλπ. μπορεί να διαβάσει τα δύο πρώτα σας βιβλία;

Λ.Α.: Τα πρώτα βιβλία πέρασαν σε πολύ μεγάλο κοινό. Σε θείες, σε συζύγους και των δυο φύλων, σε ανθρώπους απαίδευτους σε ‘Χασκούρνες’, ‘καρπιλατέρ’ και άλλα μοτοκαγκουρικά φαινόμενα. Ήταν τεράστια ικανοποίηση να βλέπω τα βιβλία να απευθύνονται σε ευρύ κοινό αποδεικνύοντας ότι το χιούμορ περνάει παντού. Η μοτοσυκλέτα είναι το μέσο. Θα μπορούσαν να μιλάνε για φαγκότο, Μπαχ ή ομελέτες. Ήταν μάθημα για μένα αυτά τα πρώτα βιβλία. Θα είναι και για όποιον τα διαβάσει.

 

Ακολουθεί το «Ιστορίες του δρόμου» το 2018, πάλι από τις εκδόσεις MAMAYA, το οποίο διαφέρει καθόλου από τα δύο προηγούμενα;

Λ.Α.: Δεν θα το έλεγα. Απλά δεν ήθελα να κάνω τριλογία σε περίπτωση που μια μέρα γράψω κάποια με αιμοβόρους δράκους, ασφαλιστές ή πολιτικούς.

 

Caso Pensato: Πότε ανεβήκατε πρώτα φορά σε μηχανή και ποια η σχέση σας μαζί της;

Λ.Α.: Στα 13 ή 14. Ήταν ένα Honda z50J, κοινώς ‘μπόμπος’, που απέκτησα μετά από μια μεθυσμένη καλοκαιρινή βραδιά σε ένα μπαρ. Δεν ήξερα να καβαλάω. Την πήραμε βάζοντας μισά μισά τα μισά των μισών χρημάτων με φίλο, και μια αόριστη υπόσχεση για τα υπόλοιπα. Ήταν τέτοιου είδους μπαρ. Μερικές μέρες αργότερα φύγαμε δικάβαλο με τον μπόμπο για Ηράκλειο Πρέβελη. Νομίζω πέσαμε τετρακόσιες πενήντα φορές μέχρι να πάμε, με τα χρόνια όμως μπορεί να υπερβάλω και να ήταν τετρακόσιες τριάντα. Τώρα έχω τον ίδιο μπόμπο δίπλα στο γραφείο μου.

 

Caso Pensato: «Είδα πίσω από τις αγκινάρες να πετάγεται ένα σιδερένιο τέρας που έβγαζε φλόγες, μούγκριζε, πετούσε καυτό λάδι και πάνω του καθόταν ένας εξαποδώς με καύκαλο αντί για κεφάλι και πάνω στο καύκαλο ζωγραφισμένες φλόγες και αράι» περιγράφει μία γριά στα εγγόνια την έφοδο μηχανόβιων με εντούρο που είδε μια φορά στο βουνό. Οι χαρακτήρες σας εμφανίζονται πάντα ανυποψίαστοι αλλά και πάντα έτοιμοι για κάθε συγκίνηση.

Λ.Α.: Μα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει αυτό το νεύρο. Το σημείο G της παράνοιας που αν το χτυπήσεις μεταμορφώνεται. Φροντίζω να το χτυπάω ξανά και ξανά στους ήρωες μου και παρατηρώ τα αποτελέσματα.

 

Caso Pensato: Τα κείμενα σας έχουν wild things που μοιάζουν με ανέκδοτα του Πανούση· αστεία παράδοξα, αναποδιές και σκυλάδικο. Υποβόσκει ένα δράμα μέσα σε όλες αυτές τις σκηνές;

Λ.Α.: Παντού υποβόσκει ένα δράμα. Το χιούμορ έχει πάντα μια βίαιη, σκοτεινή πλευρά. Έχει δόντια, είναι επιθετικό. Μπορεί να είναι slapstick ή να βασίζεται σε διαλόγους και ατάκες, μα πάντα υπάρχει κάτι από πίσω. Εσύ επιλέγεις αν θέλεις να το δεις.

 

Caso Pensato: Σε όλα τα βιβλία σας, και στη συνέχεια στα πρόσφατα κόμικ σας, υπάρχει παντού γέλιο. Eίναι κάτι που αποτελεί σταθερό συστατικό της συνταγής ή είναι τυχαία απόρροια της γραφής σας;

Λ.Α.: Στο τελευταίο βιβλίο που έγραψα, που θα εκδοθεί αυτές τις μέρες από τον ΑΙΟΛΟ, το «Μικρό Ταξίδι σε Δανεικό Χάρτη», δεν υπάρχει τόσο χιούμορ, τουλάχιστον σε σημείο που να αποτελεί αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό, όπως δεν υπάρχει και στον Μίκα, το ένα από τα δυο κόμικς που φτιάχνω με τον Κλήμη Κεραμιτσόπουλο. Όμως ναι, μου βγαίνει πηγαία, πάντα, και θεωρώ ότι έχει θέση παντού.

 

Caso Pensato: Μία νουβέλα, τρία βιβλία με μοτοσικλετιστικές περιπέτειες, περιοδικά, μπλογκς, φόρουμ, MRCG, στίχους για μπλουζ μπάντα, κείμενα για κόμικ. Ικανοποιούν το καθένα διαφορετικές ανάγκες;

Λ.Α.: Είναι διαφορετικές εκφάνσεις της ανάγκης να δημιουργήσω. Αυτό είναι ο κορμός, τα υπόλοιπα είναι τα κλαδιά που μπορεί να πάνε σε οποιαδήποτε κατεύθυνση. Ζωγραφική, αγγειοπλαστική, μαγειρική, οτιδήποτε. Δυστυχώς μια ζωή είναι πολύ λίγη οπότε πρέπει να επιλέξεις. Είναι βαρετό να επιλέγεις μόνο πράγματα στα οποία είσαι καλός. Αυτό τον καιρό προσπαθώ να μάθω φυσαρμόνικα με τραγικά μέχρι στιγμής αποτελέσματα.

Είμαι κλασικός pantser, μου αρέσει να πετάω κάπου τους χαρακτήρες μου, να κάνω πράγματα να τους συμβαίνουν και να παρακολουθώ την εξέλιξη. Δεν γράφω στην ουσία, διαβάζω τι τους συμβαίνει, όπως κι οι αναγνώστες. Αν δεν ξαφνιάσω εμένα, δεν θα ξαφνιάσω σίγουρα κανέναν άλλο.

Caso Pensato: «Η ζωή είναι για να χρησιμοποιείται» έχει πει ο Τζων Ντος Πάσος, «όχι για να την κρατάμε απλά στο χέρι σαν ένα κουτί ζαχαρωτά που δεν τρώει κανείς». Το να δοκιμάζει κανείς και να επιχειρεί πολλά και διαφορετικά πράγματα κάνει την αναζήτηση δημιουργική ή οι πολλές εμπειρίες είναι για άτομα που βαριούνται τα πάντα εύκολα;

Λ.Α.: Συμφωνώ απόλυτα, χρησιμοποίησες και συγγραφέα που με έχει χαράξει, με το «Μάτι της Κάμερας» Η αναζήτηση είναι πάντα δημιουργική. Αν δεν αναζητάς πέθανες. Απλά κινείσαι και αναπνέεις μα πέθανες. Σε τι προσβλέπεις αν όχι στο επόμενο πάθος; Το να βαρεθείς είναι συχνά αποτέλεσμα του να μην κάνεις την προσπάθεια που χρειάζεται κάτι.

 

Caso Pensato: Η γραφή σας (και στα εκτός κόμικ έργα σας) φέρνει σε γραφή κόμικ γενικά, φαίνεται καλοδουλεμένη αλλά τρέχει γρήγορα· έχει ενέργεια, παροξυσμό και ατάκες. Πώς αρχίσατε να καταγράφετε στιχομυθίες και ατάκες; Είστε της επιτόπιας έμπνευσης τύπου ”σημείωση σε χαρτοπετσέτες” ή ορίζετε ώρα εργασίας και κάθεστε και γράφετε;

Λ.Α.: Δεν σημειώνω ποτέ. Είναι όλα στο μυαλό μου, δεν κουνάει τίποτα από κει. Όταν σκεφτώ μια ιστορία κάθομαι και την γράφω το συντομότερο δυνατό, όχι για να μην την ξεχάσω, μα για να βγει από το κεφάλι μου γιατί δεν αντέχω να κολυμπάει εκεί μέσα. Το γράψιμο είναι δουλειά, πολύ συχνά δυσάρεστη. Δεν καθορίζω ώρα, καθορίζω στόχο. Όταν έγραφα όμως το Ομπλίκ για παράδειγμα, ο στόχος ήταν 2.500 λέξεις την μέρα, κάθε μέρα. Κυριακές, Δευτέρες. Πολλοί σκέφτονται έναν συγγραφέα σαν κάποιον που ρεμβάζει στοχαζόμενος το επόμενο plot twist. Πιο κοντά στην πραγματικότητα είναι η εικόνα κάποιου που γυρίζει κουρασμένος από την δουλειά και κάθεται μέχρι τις 2 το βράδυ για να γράψει μισό κεφάλαιο που θα χρειαστεί να ξαναγραφτεί την επόμενη.

 

Caso Pensato: Έχετε υπόψιν το μέγεθος του βιβλίου που γράφετε από την αρχή; Γνωρίζετε τη κατάληξη του;

Λ.Α.: Υπάρχουν δυο είδη συγγραφέων, plotters και pantsers. Οι πρώτοι μελετάνε τα πάντα εκ των προτέρων, ξέρουν πως θα πάει, πως θα τελειώσει, πως θα αναπτυχθούν οι χαρακτήρες. Δεν μπορώ να το κάνω. Αν το κάνω, και έχω ένα γνωστό σε μένα τέλος, θα στεγνώσω εντελώς, θα στερούμαι ενθουσιασμού. Είμαι κλασικός pantser, μου αρέσει να πετάω κάπου τους χαρακτήρες μου, να κάνω πράγματα να τους συμβαίνουν και να παρακολουθώ την εξέλιξη. Δεν γράφω στην ουσία, διαβάζω τι τους συμβαίνει, όπως κι οι αναγνώστες. Αν δεν ξαφνιάσω εμένα, δεν θα ξαφνιάσω σίγουρα κανέναν άλλο. Ξεκινάω να γράφω χωρίς να ξέρω αν θα φτάσει τις δέκα σελίδες ή τις διακόσιες.

 

Caso Pensato: Το βιβλίο «Ομπλίκ» κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2020 από τις εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ. Όταν κυκλοφόρησε πολλοί είχαν αναρωτηθεί πού τονίζεται η λέξη — μάλιστα κάποιος το ανέφερε και ως Ομπιλίκ από μια κάποια πανεπιστημιακή χορωδία του Βελιγραδίου. Τί σημαίνει ο τίτλος και από που τον ανασύρατε;

Λ.Α.: Αυτό είναι κάτι που αναφέρω στο τέλος του βιβλίου, αλλά θα το δώσω σαν μικρό spoiler. Βγαίνει από το ‘bleak’, σκοτεινό, ζοφερό, δυσοίωνο, μα και το oblique, που σημαίνει στραβό, λοξό, παράξενο και ελπίζω η πανεπιστημιακή χορωδία του Βελιγραδίου να μην το μάθει ποτέ. Για να καταλάβει κανείς περισσότερα και γιατί ονομάζεται έτσι θα πρέπει να το διαβάσει.

 

Caso Pensato: Το κοινό στοιχηματίζει μεταξύ του, για το αν το νησί αυτό με τα μοναχικά φύκια είναι υπαρκτό νησί στον θαλάσσιο χάρτη ή ανήκει στις Αόρατες Πόλεις.

Λ.Α.: Υπάρχει, φυσικά υπάρχει. Αρκετοί αναγνώστες έχουν ψάξει σε χάρτες και με ρωτάνε αν το πέτυχαν. Μερικοί το έχουν βρει, από τα στοιχεία που δίνω στο βιβλίο.

 

Caso Pensato: Οι χαρακτήρες σας είχαν αυτονομία κατά τη διάρκεια της συγγραφής του Ομπλίκ;

Λ.Α.: Απόλυτη. Έναν από τους χαρακτήρες μου τον σκότωνα στο τρίτο κεφάλαιο. Το είχα γράψει, μα ο θάνατος του με έτρωγε. Τον σκεφτόμουν συνεχώς σαν υπαρκτό πρόσωπο, που θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο. Αποφάσισα να μην τον σκοτώσω, να περιμένω, να δω τι θα γίνει. Τον παρατηρούσα λοιπόν, κεφάλαιο το κεφάλαιο να δοκιμάζει πράγματα μέχρι που βρήκε τη γωνιά του, και έγινε από τους πιο αγαπημένους μου. Είναι ο Κριστόφ.

 

Caso Pensato: Σατανικοί παπάδες, πρώην μποξέρ, γάτες, αμάξια, πράκτορες, δολοφόνοι, κυνηγοί ταλέντων του ποδοσφαίρου, αστρολόγοι, ρεπόρτερ, φουρνάρηδες και πουτάνες. Ένα γαλατικό χωριό με χαρακτήρες που θα μπορούσαν να προκύψουν από κάποιο παιχνίδι Γάλλων σουρεαλιστών. Είναι η παρωδία μιας πραγματικής ζωής σε κάποια αστική γωνιά της Αθήνας;

Λ.Α.: Ελπίζω με το ‘πουτάνες’ να εννοείς την θρησκευτική και πολιτική ηγεσία του Ομπλίκ και όχι την Μπιάνκα. Η πραγματική ζωή είναι παρωδία μιας νοητής πνευματικής, ηθικής και υλικής ισορροπίας και ισονομίας, κακή παρωδία μάλιστα, άτεχνη, με χιλιοπαιγμένες ατάκες και κουρασμένους κομπάρσους που παίζεται καθημερινά σε κάθε γωνιά κάθε πόλης.

 

Caso Pensato: Είστε ο γερο-Φλοριάν του Ομπλίκ; Γιορτάζετε όποτε σας καπνίσει; Φέρνετε τον πανικό;

Λ.Α.: Είμαι λίγο πολύ όλοι οι χαρακτήρες μου. Κάθε ένας που συμμετέχει σε αυτό το μικρό θίασο είναι κομμάτι του εαυτού μου. Αν δεν τον νιώσω δεν μπορώ να τον γράψω. Μερικοί είναι άνθρωποι που γνώρισα και που απέδωσα μυθιστορηματικά. Γιορτάζω όποτε μου καπνίσει, ναι. Είμαι υπέρ του να σπας κοινωνικές συμβάσεις χωρίς νόημα, κάνοντας τη ζωή πιο ενδιαφέρουσα. Όσο για το αν φέρνω τον πανικό, μάλλον ναι. Δεν ξέρω αν είναι κάποια υπερδύναμη ή πάθηση αλλά πάντα είχα τον τρόπο να ενθουσιάζω τον κόσμο, να τον κάνω να παθιαστεί. Ξέρεις, σαν τον αυλητή του Χάμελιν, που οδηγούσε τα ποντίκια στο χαμό.

 

Caso Pensato: Στο Ομπλίκ στέλνετε τους πρωταγωνιστές σας σε ένα δυσπρόσιτο νησάκι στα δυτικά Γαλλικά παράλια και φτιάχνουν (μόνοι τους) το δικό τους τραγελαφικό στόρι. Εσάς σας αρέσουν τέτοια δυσπρόσιτα μέρη; Πού θα θέλατε να ταξιδέψετε και που θα μπορούσατε να ζήσετε;

Λ.Α.: Θα ήθελα να ταξιδέψω παντού, χωρίς να έχω καταφέρει να το κάνω. Θα μου άρεσε να ζω σε κάποιο ξεχασμένο λόφο στη Σκωτία, μίλια μακριά από οτιδήποτε. Λειτουργώ πολύ καλά μόνος μου. Η σιωπή και η έλλειψη εξωτερικών ερεθισμάτων είναι ευτυχία.

 

Caso Pensato: Ποιοι συγγραφείς Αστυνομικής λογοτεχνίας είναι οι αγαπημένοι σας και ποια βιβλία ή συγγραφείς σας έχουν επηρεάσει γενικά;

Λ.Α.: Raymond Chandler. Dashiell Hammett, Jim Thompson. Σίγουρα James Crumley, Nakamura, Walter Mosley. Έχουν μια τρομακτική αμεσότητα και ειλικρίνεια. Ενώ άλλοι συγγραφείς σε βάζουν να καθίσεις αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα και σου ψιθυρίζουν, αυτοί οι τύποι σε βάζουν σε ένα γυμνό δωμάτιο, σε μια καρέκλα, κάθονται απέναντί σου στο ημίφως, σε κοιτάνε στα μάτια και σου λένε πως έχουν τα πράγματα. Και αυτή η αμεσότητα είναι που ψάχνω. Πέρα από την αστυνομική λογοτεχνία έχω μάθει κυριολεκτικά απέξω κάθε παράγραφο, κόμμα και τελεία του Douglas Adams. Την πρώτη φορά που διάβασα το «Hitchhiker’s Guide » χρειάστηκα λίγο καιρό να συνέλθω. Δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο που είχα διαβάσει. Άλλα βιβλία που με επηρέασαν επειδή τα διάβασα σε νεαρή ηλικία ήταν «Το λάθος» του Σαμαράκη και «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου». Λατρεύω τον Καραγάτση. Έχω αγαπημένα κλασσικά βιβλία στα οποία ξαναγυρίζω από καιρού εις καιρόν. Το «Fahrenheit 451» σίγουρα. Το «Lord of the Flies». «Ο φύλακας στη σίκαλη».

 

Little Mika

Caso Pensato: Τα κόμικ «Little Mika» το οποίο ανεβαίνει στην ομώνυμη σελίδα στο facebook και τα «Μπαντιλίκια» που δημοσιεύονται και στο MOTO magazine, είναι τα δύο τελευταία πρότζεκτ σας, ήδη επιτυχημένα. Πόσο χρόνο σας παίρνει να δουλέψετε ένα στόρι μπορντ με λίγα καρέ;

Λ.Α.: Δευτερόλεπτα να σκεφτώ την ιδέα και αρκετή δουλειά μετά κυρίως αφαιρετική. Όπως είπα πριν μου αρέσει η αμεσότητα. Οπότε αρχίζουμε να πετάμε το στριπάκι σαν μπαλάκι με τον Κλήμη. Κόψε αυτό. Περιττό. Πες το πιο απλά, πιο απλά, πιο απλά. Δώσε να το καταλάβουν. Η αλήθεια είναι πάντα απλή, αν πρέπει να πεις πολλά κάτι πάει στραβά. Αυτό παίρνει χρόνο.

 

Caso Pensato: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο «Μικρός Μίκα» φέρνει λίγο σε μία ελληνική εκδοχή της «Μαφάλντα» του Quino; Τι επιρροές έχετε για τα κόμικ σας;

Λ.Α.: Σίγουρα τον Quino. Έχω βουτήξει κυριολεκτικά στα κόμικς από μικρός, έχω διαβάσει ότι έπεφτε στα χέρια μου και έπεφταν πολλά. Δούλευα βλέπεις σε περίπτερο που διέθετε διεθνή τύπο και διάβαζα τα πάντα. Θα πω επιγραμματικά: Crumb, Sheldon, Edika, Reiser, Altan, Vuillemin. Νιώθω ένοχος για όλους όσους άφησα απέξω. Χρειάζεται καν να αναφέρω Goscinny, Uderzo και Herge;

 

Caso Pensato: Οι μπλουζ στίχοι που γράφετε για την μπάντα Behind 12 Bars είναι δουλεμένοι ή ακατέργαστοι; Πόσο διαφέρει αυτή η συγγραφή από εκείνη μιας νουβέλας;

Λ.Α.: Εντελώς ακατέργαστοι. Γράφονται σε λιγότερο από πεντάλεπτο. Το μπλουζ το θεωρώ κάτι άκομψο, σκέτο. Θλίψη, έρωτας, θάνατος, λιώμα. Παίρνεις ένα συναίσθημα, ή μάλλον το αφήνεις να σε σέρνει από τη μύτη και το ακολουθείς. Τα μπλουζ είναι μια κουτσή καρέκλα που δεν φτιάχτηκε για να σε βολεύει ούτε να σε κανακεύει. Δεν θέλει φιοριτούρες. Δες τον John Lee Hooker ή τον Robert Johnson. Στο σταυροδρόμι μόνο ο διάβολος γράφει ποίηση.

 

Caso Pensato: O ίδιος παίζετε κιθάρα; Αγαπημένες μπάντες και αγαπημένη συναυλία που έχετε πάει;

Λ.Α.: Παίζω ηλεκτρική κιθάρα από τα 16 μου χωρίς να έχω συλληφθεί ποτέ. Η μουσική είναι το καταφύγιο μου, αυτό που θα με κάνει να χαθώ. Ακούω κυρίως funk, jazz, blues, rock, soul. Όσον αφορά μπάντες, για να μην πω τους κλασσικούς παλιούς που ξέρουμε όλοι, τελευταία ακούω Tommy Guerrero, Fat Freddie’s Drop και 16 Ηorsepower. Σε συναυλίες έχω πάει ευτυχώς αρκετές, Residents, B.B King, B.O.C, ήταν υπέροχοι αλλά πέρα και μακριά από όλες, χωρίς να συγκρίνεται ούτε στο ελάχιστο, Pink Floyd live Athens 1989 με το original line up!

 

Caso Pensato: Πολλά βιογραφικά σας εδώ κι εκεί τελειώνουν με το: «ζει κι εργάζεται στο Παρίσι».

Λ.Α.: Ναι το ξέρω.

 

Caso Pensato: «Ομολογώ ότι συνεχίζω να γράφω για καθαρά ηδονοθηρικούς λόγους» αρχίζει ο αφηγητής του Υποκόμη ντε Λασκάνο Τέγκι. Εσείς γνωρίζετε γιατί συνεχίζετε να γράφετε;

Λ.Α.: Δεν ξέρω τι ηδονή αντλεί ο Υποκόμης ντε Λασκάνο Τέγκι, ξέρω ότι μερικές φορές θέλω να μπήξω το μολύβι στο αυτί μου. Eυτυχώς γράφω με πληκτρολόγιο. Γράφω όχι γιατί πρέπει να γράψω χωρίς να με νοιάζει ποιος θα το διαβάσει όπως ακούω πολλούς συγγραφείς να λένε. Γράφω γιατί θέλω κάποια πράγματα να διαβαστούν. Θέλω να φτάσουν κάπου. Θέλω να αγγίξουν κάποιους, θέλω να αλλάξουν κάτι. Δεν θέλω να κλείνει κάποιος ένα βιβλίο και να λέει ‘α, καλό’, θέλω να το κλείσει και να θέλει να κάνει κάτι. Όχι να κάψει το βιβλίο η εμένα κατά προτίμηση, κάτι άλλο. Έχω δει πράγματα να συμβαίνουν με τα γραπτά μου. Ωραία πράγματα. Και θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό σε αυτό το κομμάτι.

 

Caso Pensato: Τι θα συμβούλευες κάποιον που θέλει να ακολουθήσει συγγραφική πορεία;

Λ.Α.: Να γράφει. Όσο μπορεί, κάθε μέρα. Να το δει σαν δουλειά, όχι σαν τέχνη. Να δουλεύει ξανά και ξανά την ίδια παράγραφο. Να κάνει κάθε μέρα τα χιλιόμετρα που πρέπει να κάνει. Να γυρίζει κουρασμένος, με χίλια δυο στο κεφάλι του και να βρίσκει χρόνο στη νύχτα του αν όχι στη μέρα, και χώρο στο κεφάλι του και να γράφει ξέροντας ότι μπορεί να είναι μάταιη η προσπάθεια. Ίσως όμως και να μην είναι.

 

Caso Pensato: «Μικρό Ταξίδι σε Δανεικό Χάρτη» μας είπατε, από εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ. Τι περιμένουμε από αυτό το βιβλίο;

Λ.Α.: Το ταξίδι ξεκίνησε από μικρό λιμάνι. Ξεκίνησε από τον έρωτα μου για τον Ιούλιο Βερν, και για όλα τα εφηβικά βιβλία που μετασχημάτισαν την σκέψη μας. Μια μάλλον ασυνήθιστη έκδοση του Βερν φτάνει στα χέρια του Πέτρου, συλλέκτη και μεταπωλητή σπάνιων αντιτύπων. Μα γυρίζοντας τις σελίδες αρχίζουν να συμβαίνουν πράγματα. Ο θάνατος του πατέρα του, ο τωρινός του απελπισμένος έρωτας, η ίδια η ταυτότητα του θα δεθούν με το βιβλίο. Θα βρεθεί σε αχαρτογράφητα νερά χωρίς να ξέρει τι θα φέρει η επόμενη σελίδα. Πιστεύω ότι θα ξαφνιάσει αρκετούς με την εξέλιξή του.

 

Caso Pensato: Που μπορεί να σας συναντήσει κανείς ηλεκτρονικά και που μπορεί να σας πετύχει δια ζώσης;

Λ.Α.: Δια ζώσης ελπίζω να μην με πετύχει πουθενά, μπορεί να με βρει όμως στο facebook και αν δεν στείλει μήνυμα με κεφαλαία στις τρεις το βράδυ συνήθως απαντάω.

oμπλικ
hitchhiker's guide to the galaxy
Το βιβλίο του Μηνά PNG
Το βιβλίο του Μηνά png
Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.