casopensato logo IN USE
back button

Γιάννης Μόσχος

Συνέντευξη στο περιοδικό Caso Pensato

Λ

| 2021

Caso Pensato: «Ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι» λέει — σύμφωνα με τον Θουκυδίδη — ο Περικλής, σε έναν λόγο του για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πώς ορίζει την ευτυχία και την ελευθερία του ανθρώπου ο Γιάννης Μόσχος;

Γ.Μ.: Κατ’ εμέ απόλυτη ελευθερία δεν υπάρχει, είτε κοινωνική είτε προσωπική. Είναι τόσα πολλά τα δεσμά του ανθρώπου που είναι παράλογο να επιτευχθεί. Πάντα κάτι θα μας δένει. Αλλά δεν είναι απαισιόδοξη αυτή η στάση. Γιατί οδηγεί σε μια συνεχή πάλη για την λύτρωση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά που ενδεχομένως να μην έρθει ποτέ γι’ αυτό και συνεχίζει επ’ άπειρον. Μέσα από την πάλη αυτή επιτυγχάνεται η ελευθερία. Κατά τη διάρκειά της. Ελεύθερος είναι αυτός που παλεύει για την όποια λύτρωση. Το ίδιο και η ευτυχία. Είναι όλες εκείνες οι μικρές, μεμονωμένες στιγμές αγαλίασης στην καθημερινότητά μας. Με τους δικούς μας ανθρώπους, με την ρουτίνα μας. Στιγμές που αισθανόμαστε να πετάμε. Το σύνολο των στιγμών αυτών είναι για μένα η ευτυχία.

 

Caso Pensato: Που ζείτε, που θα θέλατε να ζείτε, και σε τι κλάδο θα θέλατε να ήσασταν παγκοσμίως γνωστός αν όχι σαν συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας;

Γ.Μ.: Τα τελευταία χρόνια ζω στο Μοσχάτο. Σίγουρα κάποια στιγμή θα ζω στο χωριό μου, στη Γάβριανη Μαγνησίας, σε ένα απόμερο σημείο με θέα τον Παγασητικό και τον κήπο μου. Όσο για τον κλάδο που θα θελα να ‘μαι γνωστός, μάλλον ως στιχουργός, μιας και γράφω κάποιους στίχους, αλλά σίγουρα στις τέχνες. Θα ήθελα να είχα την ικανότητα να εμπνεύσω άλλους ανθρώπους έτσι ώστε να γίνουν καλύτεροι σε όποιον τομέα κι αν ασχολούνται, και αυτό το κάνουν οι τέχνες.

 

Caso Pensato: Απ’ τον Χάμετ στον Παδούρα, κι απ’ τον Φώκνερ στον Τζέιμς Ελρόι, επιρροές που λίγο πολύ διαφαίνονται. Ποια είναι η ιστορία σας με την λογοτεχνία;

Γ.Μ.: Και οι τέσσερις που αναφέρατε είναι αγαπημένοι συγγραφείς και χαίρομαι πολύ που διακρίνεται κάτι από αυτούς στα γραπτά μου. Εάν βάλουμε και τον Τσάντλερ με τον Μακ Κάρθυ, το παζλ συμπληρώνεται. Προσωπικά, ξεκίνησα την ανάγνωση με την εικονογραφημένη Οδύσσεια και μετά με κάποια κλασικά, όπως «Η Καλύβα του Μπαρμπα Θωμά», «Οι Τρεις Σωματοφύλακες», Ιούλιος Βέρν. Στην εφηβεία έγραψα το πρώτο μου ποίημα και από τότε, μπροστά στο λευκό χαρτί, ανακάλυψα ένα ολόκληρο σύμπαν. Η γραφή αποτέλεσε το πρώτο μου καταφύγιο από έναν κόσμο που, γνωρίζοντάς τον ολοένα με δυσκόλευε. Κατέφευγα, λοιπόν, αρκετά συχνά στο λευκό χαρτί και παρακολουθούσα το χέρι μου να γράφει. Έγραφα ποιήματα και ιστορίες και τις κολλούσα στον τοίχο του δωματίου μου, σαν τρόπαια. Κάπου εκεί γνώρισα τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη και τον Λουντέμη από Έλληνες, τον Στάινμπεκ, τον Ντος Πάσος και τους προαναφερθέντες. Η αστυνομική λογοτεχνία ήρθε αργότερα. Το πρώτο σοκ το έπαθα όταν διάβασα το «Μεγάλος Αποχαιρετισμός» του Τσάντλερ. Μαζί με τον Ελρόυ, τον κορυφαίο εν ζωή συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας με σημάδεψαν περισσότερο από τον οποιονδήποτε.

 

Caso Pensato: Το 2019 εκδίδεται το πρώτο σας Αστυνομικό Μυθιστόρημα «Τοκορόρο», από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ. Είχατε καθορισμένο πλαίσιο συγγραφής;

Γ.Μ.: Να σας πω την αλήθεια, όχι. Και ούτε ξεκίνησε ως μυθιστόρημα. Καθόμουν, ένα απόγευμα, στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και μου ήρθε να γράψω την ιστορία του Μπομπ του Νεροχύτη που αποτελεί και το πρώτο κεφάλαιο του «Τοκορόρο». Αυτή η ιστορία στέκεται και μόνη της. Αφού την τελείωσα, είπα “και τώρα τι;” και αποφάσισα να την χρησιμοποιήσω σαν την αρχή της ιστορίας ενός ταλαιπωρημένου παιδιού που περιπλανιέται στον Αμερικανικό Νότο και φτάνει στην Κούβα και από εκεί πίσω στο Μαϊάμι το 1961, λίγο πριν την επίθεση στον Κόλπο των Χοίρων. Μου πήρε σχεδόν τρία χρόνια. Δεν είχα έτοιμο τον σκελετό, είχα την αρχή και την ιδέα. Στο «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.», έφτιαξα πρώτα τον σκελετό και στη συνέχεια έγραψα την ιστορία. Μου πήρε δύο χρόνια. Αποφάσισα ότι λειτουργώ καλύτερα με τον δεύτερο τρόπο.

 

Caso Pensato: Ηδυπαθείς επιθεωρητές που κάνουν μπίσνες με τη μαφία, κακοποιοί, κάμποσες δολοφονίες, γκέτο, τζόγος, μαφιόζοι που σκοτώνουν και σκοτώνονται. Διακινητές παράνομου αλκοόλ, ντίλερς, στελέχη του ΚΚΚ, εκδότες εφημερίδων, Κουβανοί πολιτικοί εξόριστοι, CIA, η επερχόμενη εκλογή του Κένεντι και η απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων· το πλοτ θυμίζει λίγο «Αμερικανικό Ταμπλόιντ». Τι σας οδήγησε εκεί; Ισχύει ότι το πρώτο βιβλίο το χαρίζει κανείς στον εαυτό του, ενώ τα υπόλοιπα στο κοινό;

Γ.Μ.: Σχετικά με το θέμα του Τοκορόρο, ναι, το background θυμίζει Ελρόυ και ένα μέρος του «Αμερικανικό Ταμπλόιντ» αν και η βασική ιστορία είναι εντελώς διαφορετική. Η Κούβα και η ιστορία της πάντα με ενδιέφερε, όλη αυτή η ατμόσφαιρα που βγάζει, το Τοκορόρο, που είναι το εθνικό πουλί της και οι συμβολισμοί του, η αδιάκοπη μάχη του αδύναμου ενάντια στον ισχυρό. Η περηφάνια της, η ατμόσφαιρα. Όλα αυτά είναι θέματα που δεν γίνεται να μην εμπνεύσουν κάποιον. Μάλιστα ταξίδεψα ως την Κούβα και είχα την ευκαιρία να δω, να νιώσω αυτή την ατμόσφαιρα που πιστεύω ότι αποτυπώνεται στο «Τοκορόρο». Ήταν, λοιπόν, ένα θέμα που ήθελα πολύ να ασχοληθώ. Και ειδικά με αυτό το κομμάτι της ιστορίας, της Αμερικανικής παρεμβατικότητας σε ένα άλλο κράτος, κάτι που γίνεται έως σήμερα. Υπό αυτή την έννοια, το έγραψα για μένα, αν και πιστεύω ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γράψει κάποιος. Να χαρίζει τα γραπτά του στον εαυτό του. Τότε η γραφή είναι ειλικρινής και έχει αξία. Έτσι σέβεται και το κοινό.

 

Caso Pensato: Το διήγημα σας «Το Θέρος» που δημοσιεύτηκε στο πλαίσιο αφιερώματος στη Vice — που θα μπορούσε να είναι ακόμα και χωρίο από ένα ηθογραφικό μυθιστόρημα — έχει πολλά λαογραφικά στοιχεία της επαρχίας, (όπως η ‘’κοσιά’’, κ.ά.). Εσείς γεννηθήκατε στη Γάβριανη είπατε, κάπου ανάμεσα από Φθιώτιδα και Μαγνησία. Μέχρι πόσο χρονών μείνατε στην επαρχία; Είχε αυτό κάποιο αντίκτυπο για τη συγγραφή των βιβλίων σας;

Γ.Μ.: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Γάβριανη Μαγνησίας μέχρι τα 18 και συνεχίζω να επισκέπτομαι τα μέρη μου αρκετά συχνά. Τα γραπτά μας κατά ένα μεγάλο μέρος είναι και τα βιώματά μας. Αυτό σίγουρα έχει αντίκτυπο στα βιβλία μου. Όταν περιγράφω την ύπαιθρο και ό,τι την περιβάλλει, νιώθω ότι παίζω εντός έδρας. Περιγράφω μια πολύ γνωστή ατμόσφαιρα, ανθρώπους που ξέρω από πρώτο χέρι τον τρόπο που μιλάνε και σκέφτονται αλλά και τις συνήθειές τους. Είναι πιο εύκολο να στήσω και να αποδώσω την ιστορία μου σε γνώριμες συνθήκες. Και μπορώ να πω ότι έτσι θέλω να συνεχίσω και στο μέλλον. Να τοποθετώ τις ιστορίες μου κατά βάση στην ύπαιθρο.

 

Caso Pensato: Το βιβλίο σας «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι» (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, 2021) είναι το δεύτερο Αστυνομικό Μυθιστόρημά σας, η ιστορία του οποίου εξελίσσεται στην Ελλάδα αυτή τη φορά. Αθήνα στην αρχή της στρατιωτικής δικτατορίας και Θεσσαλία μετά την επταετία της. Ποιες συγκυρίες σας γύρισαν σε αυτή την εποχή; Τι προηγήθηκε της συγγραφής;

Γ.Μ.: Μόλις είχα τελειώσει το Τοκορόρο και ένιωθα κάπως άδειος. Τότε, με αφορμή τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, είχα δει κάποια ρεπορτάζ για το αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας και το τι γίνεται εκεί, με τους βασανισμούς κρατουμένων, τα αστυνομικά αίσχη σε ανθρώπους. Συνειρμικά στο μυαλό μου ήρθε η περίοδος της χούντας, η επταετία εκείνη. Ήθελα πολύ να γράψω ένα βιβλίο για την κατάχρηση της εξουσίας, την βία του εξουσιαστή, την καταπάτηση δικαιωμάτων και την απούσα δικαιοσύνη. Τι καλύτερο από το να τοποθετηθεί η ιστορία αμέσως μετά τη χούντα με φόντο ένα από τα μεγαλύτερα υπαρκτά σκάνδαλα και τους βασανισμούς τόσο πολιτικών αντιπάλων όσο και απλού κόσμου;

 

Caso Pensato: Κεντρικός ήρωας είναι ο Μάνος Πετράκης. Ένας παράξενος, έξυπνος και βιβλιόφιλος αντι-καριερίστας Υπομοίραρχος της Χωροφυλακής, με όλα αυτά τα κάπως ασυνήθιστα για τη κοινή γνώμη στοιχεία. Υπήρξαν βέβαια και ιδιοφυείς αξιωματικοί της Χωροφυλακής (όπως ο Κωνσταντίνος Μανωλικίδης που ξεγέλασε τους Τούρκους πριν τη συνθήκη παράδοσης της Θεσσαλονίκης το 1912· ένας μορφωμένος Υπομοίραρχος με πτυχίο νομικής που κάποτε υπήρξε και δημοσιογράφος) αλλά οι χωροφύλακες συνήθως επισημαίνονται σαν αμόρφωτοι αγροίκοι στην λογοτεχνική παράδοση, που ακριβώς χάρις στο χοντρόπετσο σκαρί τους τα καταφέρνουν τελικά μια χαρά. Ποιο ήταν το δικό σας σκεπτικό όμως, τι εξυπηρετεί ένας τέτοιος ήρωας με αυτά τα χαρακτηριστικά στο «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι»;

Γ.Μ.: Ο Μάνος Πετράκης συμβολίζει το διαφορετικό σε κάθε έκφανσή του. Συμβολίζει το διαφορετικό που υπάρχει, είναι εκεί, συνήθως αγνοείται και όταν δεν αγνοείται, τρομοκρατείται γιατί διαφέρει. Ναι, είναι ένας χωροφύλακας αντικαριερίστας, “πολιτισμένος”, δεν είναι χοντρόπετσος, ακούει μουσική και διαβάζει βιβλία. Έχει ενσυναίσθηση. Και αντιμετωπίζει τις συνέπειες της διαφορετικότητάς του σε όλη του τη ζωή. Με το ζόρι χωροφύλακας για “να γίνει άνδρας”, στην αφάνεια της χαρτούρας, και όταν βόλευε να χρησιμοποιηθεί ως πρόβατο στη σφαγή, τον έβγαλαν στην επιφάνεια δίνοντάς του μια δύσκολη υπόθεση. Δεν είναι σούπερ ήρωας, αλλά δεν έχει να αντιμετωπίσει και τίποτα… σούπερ ήρωες. Εγκληματίες τέτοιου τύπου είναι κατά βάση χαμηλής νοημοσύνης. Δεν είναι δημιούργημά μου ο Πετράκης, υπάρχει εκεί έξω. Οπότε εξυπηρετεί για να υμνήσει το διαφορετικό, να βγάλει στην επιφάνεια το μίσος κάποιων για ανθρώπους που δεν τους μοιάζουν. Μπορεί να μην είναι έτσι οι περισσότεροι χωροφύλακες, αλλά κάποιοι είναι. Ο Κρητικός πατέρας του έλεγε: “ετσά ‘ναι ωρέ οι άντρες;”. Ε, λοιπόν, μπορεί να είναι και έτσι.

 

Caso Pensato: Στο βιβλίο περιγράφετε βασανιστήρια. Μας γδέρνει μια φάλαγγα που άρχισε προ αμνημόνευτων χρόνων και αξιοποιείται έως τις μέρες μας; Ποιο είναι το νήμα που συνδέει όλες τις εποχές της σύγχρονης ζωής σημειολογικά;

Γ.Μ.: Η σύγχρονη ιστορία της χώρας μας είναι γεμάτη από διαφόρων ειδών φάλαγγες που μας βασανίζουν. Το μοτίβο είναι το ίδιο. Ένας εχθρός, εξωτερικός ή και εσωτερικός, κάποιοι που με αυταπάρνηση τον πολεμούν και κάποιοι που οικειοποιούνται την προσπάθεια προς όφελός τους, κυνηγώντας τους πρώτους. Σε κάθε περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας, υπάρχει ένας λαός που παλεύει, που παίρνει λιγότερα απ’ όσα αξίζει αλλά μονίμως πέφτει θύμα των περιστάσεων, αλλά αρνείται να βάλει μυαλό και χειραγωγείται εύκολα. Και υπάρχει, φυσικά και μια παρασιτική ελίτ που έχει μάθει να επιβιώνει ξεζουμίζοντας το αίμα άλλων. Σαν τα τσιμπούρια.

 

Caso Pensato: Οι ιστορίες με τις χορηγίες και τους εθνοσωτήρες, τα σκάνδαλα στην οικονομική πολιτική της Χούντας, τα βασανιστήρια, κλπ., όπως και στο «Τοκορόρο» αντίστοιχα οι Κουβανοί αντικαθεστωτικοί, το πραγματικό Boom Boom και σχεδόν όλα τα ονόματα των μαφιόζων που ταιριάζουν με ονόματα μαφιόζων που έζησαν πράγματι την εποχή εκείνη. Τι ρόλο παίζουν σε ένα μυθιστόρημα οι πραγματικές ιστορικές αναφορές;

Γ.Μ.: Οι ιστορικές αναφορές παίζουν κατ’ εμέ πολύ σημαντικό ρόλο. Καταρχήν, τοποθετούν την πλοκή σε συγκεκριμένο πλαίσιο, είναι η κορνίζα. Αυτό βοηθάει τον αναγνώστη να μπει πιο εύκολα στην ατμόσφαιρα και να κατανοήσει εις βάθος κάποια αίτια, κίνητρα και πράξεις. Επίσης, η συνάντηση με γνωστά πρόσωπα και καταστάσεις, όπως το boom boom, ο Σαμ Τζιανκάρνα και ο Σάντο Τραφικάντε στο «Τοκορόρο» και ο Μπαλόπουλος, το σκάνδαλο με τα κρέατα και οι επιστολές στον Παττακό στο «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι», κάνουν την ανάγνωση πιο ενδιαφέρουσα. Ενώνουν κατά κάποιο τρόπο τον κόσμο της λογοτεχνίας και μυθοπλασίας με την πραγματικότητα και μάλιστα, μέσω της λογοτεχνίας, ο αναγνώστης βλέπει την ιστορία από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι πάνω απ’ όλα μιλάμε για μυθοπλασία στην οποία όλα επιτρέπονται.

 

Caso Pensato: Στα μυθιστορήματά σας υπάρχει αρκετή βία — αποτρόπαιοι φόνοι στο «Τοκορόρο», αίμα και ωμή περιγραφή βασανισμών στο «και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι» —, είστε υπέρ της βίας;

Γ.Μ.: Δεν είμαι καθόλου βίαιος άνθρωπος, μάλιστα θα έλεγα το αντίθετο. Και δεν το λέω απαραίτητα για καλό. Δεν υπάρχει πιο αφελής θέση από το “καταδικάζω την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται”. Είναι μια φράση που ταιριάζει σε όσους είναι βολεμένοι με μια κατάσταση, η οποία έχοντας μέσα της το στοιχείο του εξαναγκασμού, ασκεί και η ίδια βία, αδιαφορώντας για όσους αδικούνται από την κατάσταση αυτή. Η βία μπορεί να ταράξει τα ασάλευτα νερά, κινεί τα νήματα, πολλές φορές είναι το μοναδικό μέσο του αδικημένου. Ο Γιάννης Αγιάννης που έκλεψε το ψωμί λίγο πριν πεθάνει από την πείνα, άσκησε βία. Δέχομαι τη βία όταν είναι το μέσο, ως τελευταία εναλλακτική, για να αλλάξει μια κατάσταση η οποία έχει παγιωθεί υπό την βία του ισχυρού, καταπατώντας δικαιώματα. Προφανώς η βία δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός, και δεν είναι η απάντηση αλλά, όπως λένε, να δούμε και ποια είναι η ερώτηση.

Η σύγχρονη ιστορία της χώρας μας είναι γεμάτη από διαφόρων ειδών φάλαγγες που μας βασανίζουν. Το μοτίβο είναι το ίδιο. Ένας εχθρός, εξωτερικός ή και εσωτερικός, κάποιοι που με αυταπάρνηση τον πολεμούν και κάποιοι που οικειοποιούνται την προσπάθεια προς όφελός τους, κυνηγώντας τους πρώτους.

Caso Pensato: Ποια είναι η διαδικασία της συγγραφής σας γενικά; Πως εργαστήκατε για να βγουν τα βιβλία που διαβάζουμε; Δουλεύετε στον υπολογιστή;

Γ.Μ.: Ναι, δουλεύω στον υπολογιστή μου και θαυμάζω πολύ τους παλαιότερους συγγραφείς που δεν είχαν την τεχνολογία να κάνουν πιο εύκολη τη ζωή τους. Όσον αφορά τη διαδικασία, στην αρχή η ιδέα γυροφέρνει στο μυαλό μου για ένα μεγάλο διάστημα. Πλάθεται, παίρνει μια αρχική μορφή. Αμέσως μετά ξεκινάει ο σχεδιασμός, ο σκελετός πάνω στο οποίο ξεκινάει να γράφεται η ιστορία. Ταυτόχρονα αρκετή μελέτη. Οι ιστορίες μου έχουν έντονο πολιτικό φόντο, οπότε η μελέτη είναι αναγκαία. Μέρος της μελέτης είναι η παρακολούθηση πολλών σχετικών ταινιών, η ανάγνωση βιβλίων κ.α. Όταν νιώσω έτοιμος ξεκινάει η συγγραφή. Καθ΄ όλη την διάρκεια της συγγραφής, μπαίνω σε μια κατάσταση όπου κυριαρχεί η παρατηρητικότητα και η συνεχής επαγρύπνηση. Σε άσχετες στιγμές, μου έρχονται οι καλύτερες ιδέες. Σκέφτομαι τους ήρωές μου, παρατηρώ ανθρώπους γύρω μου και τους φαντάζομαι ως μέρος της ιστορίας μου. Γράφω στην βιβλιοθήκη-γραφείο μου, όταν είμαι στο σπίτι και σε διάφορα μπαλκόνια, όταν είμαι σε διακοπές. Μόλις τελειώσω κάτι, το δίνω στη γυναίκα μου η οποία είναι και ο πιο αυστηρός κριτής μου.

 

Caso Pensato: Εκτός από το ίδιο του το μυαλό, τα μυστικά και οι εμπειρίες — που λέει και η Βιρτζίνια Γουλφ — είναι ποιότητες που διαφαίνονται στο έργο ενός συγγραφέα;

Γ.Μ.: Σίγουρα. Είμαστε ό, τι έχουμε ζήσει. Γράφουμε όπως έχουμε ζήσει. Προσπαθώντας να μπεις στο μυαλό του ήρωά σου, να βιώσεις ένα συναίσθημά του που προκύπτει από κάτι που τον έβαλες να κάνει, ανακαλείς αντίστοιχα δικά σου βιώματα και τον κάνεις να νιώθει όπως εσύ. Στο τέλος της ημέρας, εάν το γράψιμό σου είναι ειλικρινές, το βιβλίο σου είναι, κατά κάποιο τρόπο, καθρέφτης σου.

 

Caso Pensato: Θα σας ενοχλούσε να διαβάσετε έναν συγγραφέα που σας προκαλεί εμπάθεια λόγω προσωπικότητας και πεποιθήσεων;

Γ.Μ.: Ναι, θα με ενοχλούσε. Το ίδιο ισχύει και για τραγουδιστές, συνθέτες, ηθοποιούς και σχεδόν για όλα τα είδη της Τέχνης. Δεν θα ευχαριστηθώ ένα ωραίο τραγούδι από κάποιον τραγουδιστή που αντιπαθώ. Προτιμώ να ταυτίζω το έργο με τον καλλιτέχνη, νιώθω καλύτερα και βαθύτερα το έργο έχοντας πάρει και κάτι από τον δημιουργό. Εάν το πρόσωπο που πάω να ταυτίσω το έργο μου προκαλεί εμπάθεια, το ίδιο θα μου προκαλέσει και το έργο. Γι΄αυτό συνήθως ψάχνω πολύ τον δημιουργό, τον συγγραφέα, τον οποιονδήποτε. Αυτό το έπαθα πρώτη φορά με τον Νταλί. Μου άρεσαν τόσο οι πίνακές του. Όταν έμαθα για την ζωή του, και ειδικότερα τη στάση του απέναντι στον Φράνκο και την δικτατορία στην Ισπανία, απογοητεύτηκα.

 

Caso Pensato: Τα ατού ενός καλού αστυνομικού βιβλίου κατά τη γνώμη σας;

Γ.Μ.: Σίγουρα η ρεαλιστική πλοκή, η ατμόσφαιρά και οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αλλά το πιο σημαντικό είναι η συνομιλία με τον αναγνώστη σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Στην αναζήτηση των βαθύτερων αιτιών. Και όλα αυτά με ένα παιχνίδι κρυφτό ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη.

 

Caso Pensato: Κάποιος που είναι βαθιά νυχτωμένος από κοινωνική ιστορία, μπορεί να γράψει ένα πολύ καλό Αστυνομικό Μυθιστόρημα;

Γ.Μ.: Σίγουρα δεν θα γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα του δικού μου γούστου. Θα γράψει ένα ωραίο whodunit με ένα έγκλημα ενδεχομένως σε ένα κάστρο, όπου κάποιος σούπερ ντετέκτιβ θα λύσει το μυστήριο με όπλο την τρομερή παρατηρητικότητά του. Όμως το αστυνομικό έχει αλλάξει. Και καλά έκανε. Πολλοί λένε, είναι το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα, το νέο πολιτικό μυθιστόρημα. Το έγκλημα είναι μέρος της κοινωνίας. Η κοινωνία γεννά το έγκλημα, είναι αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών. Δεν είναι αποκομμένο σε κανένα κάστρο. Η δικαιοσύνη, όποια κι αν είναι αυτή και όποια μορφή κι αν έχει, έρχεται από την κοινωνία. Χωρίς γνώση της κοινωνίας και της ιστορίας της πάντα θα σου λείπει μια επαρκής εξήγηση στο “γιατί;”.

 

Caso Pensato: Τον συγγραφέα τον βελτιώνει το διάβασμα ή το γράψιμο;

Γ.Μ.: Και τα δύο. Εξίσου. Και, επίσης, το ανοιχτό μυαλό και η παρατηρητικότητα.

 

Caso Pensato: Συγγραφείς και βιβλία που σας στιγμάτισαν;

Γ.Μ.: Από Έλληνες ο Καζαντζάκης, τον οποίο θαυμάζω για τον τρόπο γραφής του και τις εικόνες του. Επίσης, ο Λουντέμης, ειδικότερα το «Οδός αβύσσου αριθμός 0». Από ξένους, ο Κόρμακ Μακ Κάρθυ είναι αγαπημένος. Ο «Ματωμένος μεσημβρινός» είναι αριστούργημα. Και ο Δικαστής, από τους αγαπημένους μου λογοτεχνικούς ήρωες. Υπάρχουν περιπτώσεις που απλά το ανοίγω στην τύχη και διαβάζω μια παράγραφο. Ο «Ξένος» του Καμί με στιγμάτισε, αν και εντελώς διαφορετικό. Επίσης η μπιτ γενιά με τον Μπάροουζ και τον Κέρουακ καθώς και οι Στάινμπεκ, Φώκνερ. Από αστυνομική λογοτεχνία, Τσάντλερ, όλα με τον Μάρλοου, «Ο Μεγάλος αποχαιρετισμός», «Αντίο γλυκιά μου», «Ο Μεγάλος ύπνος». Και φυσικά, Ελρόυ, ειδικότερα η τετραλογία του Λος Άντζελες η οποία είναι επική.

 

Caso Pensato: «The road» του Μακ Κάρθυ ή «On the road» του Κέρουακ;

Γ.Μ.: Δύσκολη ερώτηση. Θα διαλέξω το On the road του Κέρουακ αλλά γενικότερα, Μακ Κάρθυ. Σε όλα τα υπόλοιπα Μακ Κάρθυ.

 

Caso Pensato: Όταν δεν εργάζεστε και δεν γράφετε τι κάνετε;

Γ.Μ.: Παίζω με τον γιο μου, παίζω τέννις, διαβάζω λογοτεχνία και ιστορία, βγαίνω βόλτα με τους φίλους μου. Με την καραντίνα μου έλειψε πολύ το τελευταίο. Πιο πολύ απ’ όλα. Είδα όμως πολλές ταινίες και σειρές.

 

Caso Pensato: Που μπορεί να σας βρει κανείς;

Γ.Μ.: Συνήθως περπατάω στο Μοσχάτο αν και τα περισσότερα στέκια μου είναι στο κέντρο της Αθήνας, στον Κεραμεικό, στο Κουκάκι. Διαδικτυακά, διατηρώ λογαριασμό στο facebook με το όνομά μου.

Τοκορόρο
Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι
Το βιβλίο του Μηνά PNG
Το βιβλίο του Μηνά png
Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.