casopensato logo IN USE
back button

Gamblers in Okinawa

Έχετε ακούσει για ταινίες Yakuza. Για τελετουργικές δολοφονίες, σχιστομάτηδες μπράβους, γεμάτους πολύχρωμα τατουάζ, αρχιμαφιόζους με μαύρα γυαλιά μέρα – νύχτα κι οργανωμένο έγκλημα που σπάει απεργίες ναυτεργατών και συνεργάζεται με βιομηχανίες, με επίφαση τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Έχετε ακούσει επίσης, ότι σκηνοθέτες όπως ο William Friedkin και o Quentin Tarantino έχουν επηρεαστεί έντονα από ταινίες Yakuza.

Επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, ας ξεκαθαρίσουμε: o πατριάρχης των ταινιών Yakyza είναι ο Kinji Fukasaku. Είναι αλήθεια ότι κι άλλοι σημαντικοί Ιάπωνες δημιουργοί, όπως ο Kurosawa, ο Suzuki κι από τους σύγχρονους, ο Takeshi Kitano, έχουν παρουσιάσει αξιόλογες δουλειές όπου αφηγούνται έργα και ημέρες εγκληματιών στην Ιαπωνία.

Ο Fukasaku όμως αφιερώθηκε σε αυτή τη θεματολογία για περισσότερα από είκοσι χρόνια, πιάνοντας κάθε λεπτομέρεια και καταγράφοντας με την κάμερά του εντυπωσιακές, όσο και αποτρόπαιες σκηνές. Μιλάμε για περισσότερες από 40 ταινίες που ασχολούνται με την ιαπωνική μαφία και είναι εξαιρετικά απίθανο ένας Δυτικός να τις έχει δει όλες. Έχοντας παρακολουθήσει περισσότερες από 15, θεωρώ ότι η γούνα μου έχει ανατριχιάσει αρκετά ώστε να μπορώ να μεταφέρω μια εικόνα και να ξεχωρίσω τους τίτλους που αξίζουν καταξίωση και αναγνώριση.

Ο Gunji (Koji Tsuruta) είναι ένας βετεράνος Yakuza που αποφυλακίζεται μετά από δέκα χρόνια, για να βρει την κάποτε ισχυρή συμμορία του αποδεκατισμένη. Οι πρώην σύντροφοί του, φτωχοί και μίζεροι, τον υποδέχονται σα σωτήρα περιμένοντας καθοδήγηση. Ταυτόχρονα εμφανίζονται και οι σύγχρονοι εγκληματικοί εγκέφαλοι του Tokyo, που αναγνωρίζουν την αξία και την εντιμότητα του Gunji και αμέσως τον αναγκάζουν να εκτοπιστεί μακριά από το κέντρο δραστηριοτήτων τους. Η φτωχή Okinawa φαίνεται να είναι η τελευταία ευκαιρία για τους εξοστρακισμένους παλαίμαχους συμμορίτες, να ξαναστήσουν το εγκληματικό μεγαλείο του παρελθόντος.

Σε σχέση με άλλες, διάσημες ταινίες του Fukasaku, η δράση και οι σφαγές που καταγράφονται με κινούμενη κάμερα σε στυλ ντοκυμαντέρ, δεν παίζουν πρώτα βιολιά. Αντίθετα, το “Gamblers in Okinawa” (ή “Sympathy for the Underdog”), συγκεντρώνεται στα δράμα και το ταξίδι των πρωταγωνιστών, παρακολουθώντας τους να προσπαθούν να επιβιώσουν κάνοντας τα μόνα πράγματα που γνωρίζουν: Εκβιασμούς, προστασία, λαθρεμπόριο αλκοόλ και τσαμπουκάδες. Επίσης, σε σχέση με άλλες Yakuza ταινίες του σκηνοθέτη, εδώ υπάρχει τονισμένο το στοιχείο της τιμής, της ιπποσύνης. Παρότι πρόκειται για εγκληματίες, οι κεντρικοί χαρακτήρες δεν απέχουν πολύ από σύγχρονους Samurai του λιμανιού.

Αυτό είναι για σένα. Χρήματα. Όσο σωστά κι αν μου φέρεται μια γυναίκα, το καλύτερο που μπορώ να της δώσω είναι χρήματα. Χρόνια τώρα.

Ο Gunji είναι μονίμως ανέκφραστος, δε βγάζει σχεδόν ποτέ τα μαύρα γυαλιά του και αντιδρά πάντα με ψυχραιμία, ζυγίζοντας τις καταστάσεις και προκρίνοντας το συμφέρον της ομάδας. Δεν προδίδει ποτέ εκείνους του τον ακολουθούνε, αντίθετα σα σωστός καπετάνιος, παραμένει πάνω στη γέφυρα του καραβιού που βυθίζεται, μέχρι κι ο τελευταίος επιβάτης (η λωποδύτης) να έχει επιβιβαστεί σε σωστική λέμβο. Ο Koji Tsuruta – που εκτός από ηθοποιός, ήταν και καταξιωμένος τραγουδιστής – δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες που έχω δει σε Ιαπωνική ταινία. Ενώ όλοι φωνάζουν και ωρύονται (πιστοί στη σχετική παράδοση του Toshiro Mifune, στις ταινίες του Kurosawa), αυτός σκέφτεται κι ενεργεί ώριμα, φροντίζοντας οι σφαίρες του να βρούνε πάντα στόχο. Είναι ένας άξιος ηγέτης που κερδίζει τον θαυμασμό (και τη συμπάθεια) φίλων κι εχθρών.

Εξαιρετικά ενδιαφέροντες είναι κι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Υπάρχει ο ηλικιωμένος Yakuza, που μαζεύει χρήματα για να στέλνει στην οικογένειά του καθώς

κι ένας αμίλητος, τραυματισμένος, αλλά θανάσιμος αποστάτης από αποδεκατισμένη, αντίπαλη συμμορία. Από την πλευρά των αντιπάλων, όλοι έχουν τα δικά τους, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Εντυπωσιακότερος όλων είναι ο μονόχειρας Yonabal, ο πιο ανεξέλεγκτος και αιμοδιψής Yakuza στην Okinawa, ο οποίος σιχαίνεται όσο τίποτα τους πρωτευουσιάνους και προειδοποιεί ότι αν δεν του αδειάσουν τη γωνιά, θα μιλήσουν με το σωλήνα του Bazooka του.

Η ταινία θυμίζει έντονα το αριστουργηματικό “Wild Bunch” του Sam Peckinpah. Οι πρωταγωνιστές και στα δύο έργα είναι παλιοσειρές παρανόμων, που περιφέρονται σε έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που έχουν συνηθίσει και δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Έχουν κώδικα τιμής, δε θα τη φέρουν πισώπλατα στο σύντροφό τους και δε βάζουν το χρήμα πάνω από όλα. Επίσης, οι δυσκολίες της ζωής σε Mexico και Okinawa αντίστοιχα, περιγράφονται πειστικά και με λεπτομέρεια. Το νησί στο Νότο της Ιαπωνίας, έχει ένα λιμάνι που θυμίζει Yokohama Ω’ διαλογής καθώς και μια αμερικανική, στρατιωτική βάση, που προφανώς έχει φυτευτεί μετά τον πόλεμο. Αμερικάνοι λεχρίτες κάνουν δουλίτσες με τους ντόπιους Yakuza και κανείς δε φαίνεται να περνάει τις μέρες του άνετα, ή ανέμελα. Ο Gunji γνωρίζει μια ιερόδουλη, ίδια με την πρώην σύντροφό του, που καταγόταν κι εκείνη από την Okinawa αλλά έφυγε για να αναζητήσει καλύτερη τύχη στο Tokyo. Η ιερόδουλη κάνει ότι μπορεί για να συντηρήσει την οικογένειά της, παρότι θα ήθελε κι εκείνη να φύγει για την πρωτεύουσα. Πριν τον αποχαιρετισμό, ο Gunji της δίνει ένα χοντρό φάκελο γεμάτο δολάρια, τονίζοντας ότι είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει για εκείνη (αλλά και για οποιαδήποτε γυναίκα).

Στο “Gamblers in Okinawa”, ο Fukasaku έχει κατανόηση και συμπόνια για τους ήρωές του, που φαίνονται να σύρονται προς μια αναπόφευκτη μοίρα. Κάθε μέρα ζωής δεν τους χαρίζεται, αντίθετα έρχεται σα γλυκόπικρη επιβράβευση των ικανοτήτων τους. Έχουν επίγνωση ότι είναι εγκληματίες και στο πέρασμά τους προσπαθούν να πλήξουν μονάχα όμοιούς του και τελικά να κάνουν το λιγότερο κακό. Η δράση είναι μετρημένη αλλά δεν απουσιάζει και η ταινία είναι ισορροπημένη, πλούσια σε εικόνες, αλλά και σε νόημα. Υποκειμενικά μιλώντας, πρόκειται για το καλύτερο Yakuza film, χωρίς σαχλαμάρες, υπερβολές και ξεχείλωμα του τοπικού φολκλόρ. Η μουσική του Takeo Yamashita ίσως είναι λιγότερο εντυπωσιακή από του Toshiaki Tsushima, που έγραψε τα soundtrack για τα περισσότερα, μαφιόζικα film του Fukasaku, όμως ταιριάζει απόλυτα με τις σκηνές και τους τόπους δράσης.

Ø

Αντί επιλόγου, να πούμε ότι ο Fukasaku καταπιάστηκε με διάφορα είδη, όπως ταινίες Samurai στη φεουδαρχική Ιαπωνία, έπη επιστημονικής φαντασίας (όπως το σαλεμένο “Message from Space”) και κωμωδίες (“The Fall Guy”). Τρία χρόνια πριν το θάνατό του – σε σημείο που προφανώς δεν είχε τίποτα να αποδείξει – σκηνοθέτησε το “Battle Royale”, μια από τις σημαντικότερες ταινίες, παγκοσμίως, από το 2000 και μετά, όπου μαθητές γυμνασίου αναγκάζονται να συμμετέχουν σε ένα θανάσιμο παιχνίδι επιβίωσης, με έδρα κάποιο απομακρυσμένο νησί. Domo arigato, Sensei Fukasaku!

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.