casopensato logo IN USE
back button
Fast-and-the-furious

Fast Five – Rio Heist

  Σε κλαμπ και σκυλάδικα, οπού κι αν πας
              Εγώ ακολουθάω, είμαι κάγκουρας

Η κουλτούρα των βελτιωμένων αυτοκινήτων δεν είναι καινούρια, ούτε σα φαινόμενο, ούτε σαν αναφορά στον κινηματογράφο. Τα γρήγορα τετράτροχα, που δεν είναι απολύτως εργοστασιακά εμφανίζονται σε ταινίες από τη δεκαετία του 1950, με τον James Dean να κοντράρει με μια Mercury Coupe στο “Rebel without a Cause”, ενώ και ο Robert Mitchum κυνηγιέται με την αστυνομία, μεταφέροντας παράνομο αλκοόλ, καβάλα σε μια γρήγορη και καθόλου εργοστασιακή Ford, στο “Thunder Road”. Πριν την πετρελαϊκή κρίση, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι αναφορές σε βελτιώσεις αυτοκινήτων στο σινεμά συνέχισαν δυναμικά, με ταινίες όπως τα “Two Lane Blacktop” και “American Graffiti”.

Εκτός του χώρου της τέχνης (;) και του κινηματογράφου, το car-tuning φούσκωσε εντυπωσιακά τη δεκαετία του 1990, σε χώρες όπως η Ιαπωνία, οι Η.Π.Α. το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία. Οι μαθητές σταμάτησαν να στολίζουν τα εφηβικά τους δωμάτια με Lamborghini και Porsche σε αφίσες. Αντίθετα, προτιμούσαν πιο ταπεινά αυτοκίνητα, με φουσκωμένα φτερά από πολυεστέρα και κινητήρες πιεσμένους στο όριο λειτουργίας τους, με τη χρήση υπερπληρωτών καυσαερίων και προηγμένων συστημάτων διαχείρισης του καύσιμου μείγματος και της ανάφλεξης. Το car-tuning είχε γίνει life-style, όπως το ποδόσφαιρο και η πολιτική. Ακόμα και στην Ελλάδα, έβλεπες γυμνασιόπαιδα που ενώ δεν είχαν καβαλήσει ούτε ποδήλατο, διαφωνούσαν φανατισμένα με τους συμμαθητές τους ότι ένα Citroen Saxo με βελτίωση πρώτου σταδίου, θα έκανε σκόνη στο φανάρι ένα αντίστοιχο Seat Ibiza. Φίλτρο, πρόγραμμα, εξάτμιση, φαινόταν να ήταν το νέο Ευαγγέλιο του εφήβου, ίσως πάνω από την αθλητική εφημερίδα, το Playboy, ή το νέο album των Iron Maiden.

Κάπου εκεί εμφανίζεται ο έμπειρος – αλλά χωρίς μεγάλες επιτυχίες – σκηνοθέτης Rob Cohen ο οποίος διάβασε ένα άρθρο για μεταμεσονύκτιες κόντρες με αυτοκίνητα στη Νέα Υόρκη. Αμέσως μοιράστηκε την ιδέα με τον ηθοποιό και συνεργάτη του, Paul Walker, ο οποίος απάντησε ότι μια αυτοκινητιστική ταινία ήταν όνειρο ζωής.

Έτσι, οι δυο τους έκατσαν στο τραπέζι με τους σεναριογράφους για να συζητήσουν το στόρι:

“Λοιπόν, αγορίνες μου. Έχουμε και λέμε: Kόντρες, αμάξια, νίτρα, γκόμενες, καμένο λάστιχο. Τέτοια”.
“Ναι, η ιστορία ποια θα είναι Rob;”
“Κοίτα έναν περίεργο τώρα. Σου είπα, βελτιωμένα αμαξάκια. Καγκουριές”.
“Rob, αυτό είναι το μέσο. Η κεντρική ιστορία, ποια είναι;”
“Α, μα εσύ είσαι πολύ μυστήριος”.

Αφού ξεκαθαρίστηκε ότι στόχος δεν είναι να κοντράρουν τον Shakespeare σε ουσία και διαλόγους, οι συντελεστές ρίχτηκαν στη δουλειά και τον Σεπτέμβριο του 2001 το “The Fast and the Furious” έσκασε στις αμερικανικές αίθουσες. Οι χορηγοί είχαν εμπιστευτεί στους δημιουργούς περίπου 38 εκατομμύρια δολάρια. Μόλις το πρώτο Σαββατοκύριακο προβολείς, οι εισπράξεις ξεπέρασαν τα 40 εκατομμύρια δολάρια, ενώ τελικά η ταινία κατάφερε να μαζέψει από τους κινηματογράφους των Η.Π.Α. σχεδόν 150 εκατομμύρια δολάρια.

Το “The Fast and the Furious” είναι αδύναμο, όπως και να το δεις. Οι ερμηνείες είναι μέτριες, οι υπερβολές ατελείωτες, ενώ προβάλλεται και μια αφελέστατη θέση για τιμή, μεταξύ άτιμων και σημασίας της οικογένειας και της φιλίας, ενώ διαλύεται το σύμπαν. Επίσης, είναι ζαβό και σαν αυτοκινητιστική ταινία. Τα μηχανοκίνητα θέματα μου αρέσουν σίγουρα όσο και ο κινηματογράφος. Γι’ αυτό και απελπίζομαι όταν βλέπω ζωντόβολα να οδηγούν πρησμένα αυτοκίνητα, φωνάζοντας. Όμως, η συγκεκριμένη ταινία εκμεταλλεύτηκε πανέξυπνα μια συγκυρία: Εκείνη την εποχή, ακόμα και γιαγιάδες διάβαζαν για βελτιώσεις αυτοκινήτων και φιάλες NITRO στο πορτ – μπαγκάζ. Η ιδέα μιας απλούστατης αστυνομικής ιστορίας, με καγκουραμπαλάζ τίναξε τα ταμεία στον αέρα και δημιούργησε ένα αχαλίνωτο, όσο και βλακώδες franchise.

fast and furious

Μετά από το δυναμικό της ξεκίνημα, η σειρά είχε μια συνέχεια κάθε δύο χρόνια, με σταθερά πτωτικό ενδιαφέρον. Γύρω στο 2010, το Fast n’ Furious ήταν ένα όργιο στραβοστομιάς και κακού γούστου, το οποίο απεχθάνονταν οι σινεφίλ και ακόμα περισσότερο οι φίλοι των αυτοκινήτων (εκείνοι τουλάχιστον ήταν μεγαλύτεροι από πέντε ετών). Κατάφερα να παρακολουθήσω και τις τέσσερις συνέχειες, προφανώς σε home – video, χωρίς να βρίσκω τίποτα, μα τίποτα ενδιαφέρον.

Το 2011, υπηρετούσα τη θητεία μου στη Ρόδο και το σινεμά έπαιζε μονάχα… Fast n’ Furious. Ήταν η πέμπτη συνέχεια του franchise, όπου η δράση είχε μεταφερθεί στο Ρίο. Ο πρώην αστυνομικός Brian O’ Conner (Paul Walker) ζει πλέον στην παρανομία, δίπλα στους Dominic (Vin Diesel) και Mia Toretto. Η παρέα κυνηγημένη από τις αρχές καταλήγει στη βραζιλιάνικη πρωτεύουσα και οργανώνει ένα τελευταία κόλπο για να κάνει μεγάλη μπάζα και να αποσυρθεί. Στο Ρίο όμως θα βρεθεί και ο υπερμπάτσος Hobbs (Dwayne Johnson) ο οποίος είναι αποφασισμένος να τους τσουβαλιάσει με κάθε κόστος.

Και σε αυτή τη συνέχεια, το σενάριο δε θα κάνει τον David Mamet να χλωμιάσει με την ποιότητά του, ούτε και τον Al Pacino με την υποκριτική απόδοση. Όμως, όλα δουλεύουν. Πρώτα από όλα, η δράση παντού και πάντα είναι άριστα δοσμένη (με τεράστιες, αδιανόητες υπερβολές) και σωστή χρήση κάμερας. Ποτέ δεν ένιωθα να χάνω κάτι, ή να μου έρχεται κάποιο αυτοκίνητο ουρανοκατέβατο. Επίσης, η πόλη είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας και κάθε πλάνο στη βραζιλιάνικη πρωτεύουσα είναι χάρμα οφθαλμών. Από την εκπληκτική καταδίωξη με τα πόδια μέσα στις φαβέλες, μέχρι το μακελειό πριν τον επίλογο, όπου η ομάδα γκρεμίζει ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, προσπαθώντας να διαφύγει με τη λεία της, ο θεατής ρουφάει εξωτικές, λατινοαμερικάνικες εικόνες, φουσκωμένες με μπόλικη καγκουροτρέλα και εύχεται να ήταν εκεί.

Όπως είπαμε, το σενάριο και οι ερμηνείες είναι στοιχειώδεις, στο σημείο όμως που να μην ενοχλούν και να μην εκνευρίζουν. Αντίθετα, κάποιοι συνοδευτικοί χαρακτήρες είναι πραγματικά ευρηματικοί (οι δύο Βραζιλιάνοι, τζογαδόροι φίλοι, που διαφωνούν συνέχεια) και κάποιες στιγμές είναι πραγματικά αστείες, ενώ άλλες πραγματικά sexy χωρίς να είναι χυδαίες. Στο Fast Five είδα για πρώτη φορά την Gal Gadot – σημερινή Wonder Woman και Super Star – αλλά και την κούκλα Elsa Pataky. Επίσης, τον αρχικακό της ταινίας υποδύεται ο Joachim de Almeida, ο οποίος είναι πραγματικός ηθοποιός και όχι ένα ντουλαπιασμένο βλήμα του γυμναστηρίου.

Τέλος, αλλά για μένα πολύ σημαντικό, κάποιος έκατσε να διαλέξει αυτοκίνητα. Στα προηγούμενα μέρη του franchise, κάποιος είχε επιλέξει αυτοκίνητα από το ράφι. “Αυτό το κόκκινο κι αυτό το άσπρο”, θα είπε πιθανότατα, σκεπτόμενος ότι κάπως έτσι πρέπει να είναι τα… σωστά αμάξια. Στο Fast Five, κάποιος γνώστης υπέδειξε ότι θα ήταν ωραίο να κλαπούν ένα Ford GT40, ένα DeTomaso Pantera κι ένα Chevy Stingray από κινούμενο τρένο. Ο Paul Walker οδηγάει Hakosuka Skyline, ενώ στη σκηνή του γκαράζ προς το τέλος, ο μάστορας φαίνεται δεμένος με ένα σκοροφαγωμένο Ford Galaxie και να έχει σε δεύτερη μοίρα ένα (πάλι δικό του) Koeningsegg. Κάτι και για τους πραγματικούς κάγκουρες, με άλλα λόγια.

Συνοψίζοντας, το Fast Five είναι το pop – corn movie, as good as it gets. Ισορροπώντας άριστα ανάμεσα σε καλοπέραση και σαχλαμάρα και χωρίς να περνάει τα όρια, προσφέρει 130 λεπτά γεμάτο γκάζια, όπλα, ληστείες, ευφάνταστες διαφυγές και εξωτικές τοποθεσίες, φτιάχνοντας κατακόρυφα τη διάθεση αυτού που θα το παρακολουθήσει χωρίς προκαταλήψεις. Το εμπορικό σινεμά, μας δίνει τα τελευταία σαράντα χρόνια τόνους μπάζων με γρήγορη δράση, πιστολίδια και ματσο-τσαμπουκάδες. Η συγκεκριμένη ταινία, είναι σεμινάριο σωστής εκτέλεσης αυτής της συνταγής. Ιιιιιιιιιιιιιιιιιχαααααααααα!

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.