casopensato logo IN USE
back button

Targets Saint Jack

To 2022 ξεκίνησε όχι με τον καλύτερο τρόπο, με δύο μεγάλες μορφές του κινηματογράφου να κλείνουν τα μάτια τους οριστικά την πρώτη εβδομάδα της χρονιάς. Πρόκειται για τους Peter Bogdanovich και Sidney Poitier, που αποχαιρέτησαν τον κόσμο μας στις 6 Ιανουαρίου και θα πάνε κάνουν παρέα στη γειτονιά των αστεριών με τον John Huston, τον Orson Welles, τον Bogart και τόσους άλλους.

Ο Bogdanovich δε συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Οι ταινίες του δε με έχουν αγγίξει όσο αυτές των Billy Wilder και John Carpenter, παρόλα αυτά ποτέ δεν είναι αδιάφορες. Εκτιμώ ιδιαίτερα πως έκανε πάντοτε αυτά που είχε στο κεφάλι του, αδιαφορώντας για μόδες και επιταγές των studio. Επίσης, υπηρέτησε την τέχνη του από διάφορα πόστα και συνέχισε να δουλεύει μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Ο σερβοαυστριακής καταγωγής δημιουργός ντεμπουτάρισε στις οθόνες με το Targets το 1968. Δύο παράλληλες, ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες διασταυρώνονται κατά την επεισοδιακή κλιμάκωση. Από τη μία έχουμε τον γερασμένο και ξεθωριασμένο αστέρα ταινιών τρόμου Byron Orlok να θέλει να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, ενώ όλοι γύρω του επιδιώκουν να παρατείνουν την κινηματογραφική του καριέρα για να κονομάνε. Η απόφασή του είναι οριστική, όμως αποδέχεται να κάνει μια αποχαιρετιστήρια εμφάνιση για να προλογίσει την τελευταία του ταινία σε drive-in cinema, στην California. Από την άλλη, έχουν έναν ψυχοπαθή νεαρό, βετεράνο του Vietnam και εμμονικό με τα όπλα. Ο τρελός με όνομα Bobby Thompson ξεχύνεται σε ένα τρομακτικό αιματοκύλισμα με θύματα αθώους, το οποίο θα κορυφωθεί στο drive-in που πρόκειται να εμφανιστεί ο Orlok.

Είδα την ταινία πρόσφατα, μετά το θάνατο του auteur, έχοντας διαβάσει σεντόνια και διθυράμβους. Σε πρώτη ανάγνωση, το Targets δε βγάζει νόημα, καθώς οι δύο ιστορίες απλώς συναντιούνται στο τέλος. Η κορύφωση είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όμως δεν κατάφερα να καταλάβω τι ήθελε να πει ο ποιητής, πέρα από μια γενικά και αφηρημένη κριτική στο θέμα της βίας και της ανεξέλεγκτης οπλοκατοχής.

Η περιέργειά που λέγεται ότι σκότωσε τόσες γάτες, με οδήγησε στο διάβασμα για την ταινία. Βγήκα αλώβητη από το σκάλισμα στο διαδίκτυο και αρκετά πιο κατατοπισμένη. Ο Bogdanovich ήταν από μικρός ταγμένος στο σινεμά, έχοντας εκλεκτούς φίλους όπως ο Orson Welles και ο Roger Corman (κάποια στιγμή πρέπει να ξύσουμε τα νύχτα μας και γι’ αυτόν). Το 1966, ο Corman συνεργάστηκε με τον Bogdanovich στο σκουπιδιάρικο The Wild Angels, όπου ξεκίνησαν να συζητούν για χρηματοδότηση του κινηματογραφικού ντεμπούτου του δεύτερου. Όμως δεν ήταν τόσο απλό. Υπήρχαν όροι. Ο θρύλος των ταινιών τρόμου Boris Karloff χρωστούσε στον Roger Corman δύο μέρες γυρισμάτων, που είχαν ξεμείνει από προηγούμενη δουλειά. Έτσι, ο Bogdanovich έπρεπε να τον χρησιμοποιήσει στην ταινία του, μαζί με υλικό από τη σκουπιδοταινία τρόμου The Terror (όπου εμφανίζεται κι ένας πολύ νεαρός Jack Nicholson).

Όμως, ο Bogdanovich ήθελε να κάνει ένα θρίλερ με αναφορές στο Μακελειό του Πανεπιστημίου του Texas στα 1966, όπου ένας βετεράνος, αφού έσφαξε τη μάνα του, πήρε ένα τουφέκι κι αιματοκύλησε το χώρο της φοιτητικής εστίας. “Όραμα έχουμε, ψευτολεφτάκια έχουμε, έχουμε και Boris Karloff με μισό πόδι, πάμε!” πρέπει να είπε ο τολμηρός σκηνοθέτης κι έμπλεξε με ομολογουμένως ενδιαφέροντα τρόπο το “υποχρεωτικό” υλικό με τα δικά του θέλω.

Η κινηματογράφηση είναι ικανοποιητική, η βία και η ακρότητα εντυπωσιακή (ειδικά αν σκεφτούμε την εποχή που γυρίστηκε η ταινία) και το αποτέλεσμα σίγουρα σε κρατάει σε εγρήγορση.

Ο Boris Karloff είναι απολαυστικός και παρότι φαίνεται εξαιρετικά καταπονημένος, ο θεατής δεν εισπράττει ότι κάνει αγγαρεία επειδή είχε χρέη στο studio. Σε δεύτερο ρόλο εμφανίζεται και ο Bogdanovich παίζοντας ουσιαστικά τον εαυτό του. Όταν ολοκληρώθηκε η παραγωγή, πήρε σβάρνα τις εταιρίες διανομής και κατάφερε να πουλήσει το έργο του για 150 χιλιάδες δολάρια στην Paramount, επιστρέφοντας τα 125 της αρχικής τοποθέτησης, στον Roger Corman. Ο Bogdanovich έχει δηλώσει ότι το σενάριο σουλουπώθηκε και ήρθε στα ίσα του από τον Samuel Fuller, ο οποίος δε ζήτησε φράγκο, ούτε καν να αναφερθεί το όνομά του στα credits.

Σήμερα η ταινία έχει αποκτήσει θρυλικό status και σίγουρα αξίζει το χρόνο της. Όμως πρόκειται για πείραμα. Σαφώς και αναδεικνύει τις δυνατότητες του Bogdanovich πίσω από την κάμερα, όσο και στην αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου μέσου, όμως αν κάποιος δεν είναι σκληροπυρηνικός σινεφίλ, ή περίεργος δύσκολα θα ενθουσιαστεί. Το σημαντικό όμως είναι ότι το Targets έβαλε τα θεμέλια για μεγαλύτερα πράγματα και τελικά για μια εντυπωσιακή καριέρα.

Μια δεκαετία αργότερα, μετά από επιτυχίες, αναγνώριση και παταγώδεις αποτυχίες, ο Bogdanovich μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη του μυθιστόρημα του Paul Theroux, Saint Jack. Η δράση μεταφέρεται στη Σιγκαπούρη όπου ο Αμερικανός τυχοδιώκτης (και βετεράνος του Πολέμου της Κορέας) Jack Flowers λειτουργεί σαν ευκαιριακός νταβαντζής και ονειρεύεται να ανοίξει δικό του πορνείο. Όμως έχει να αντιμετωπίσει τους ντόπιους, αδίστακτους προαγωγούς και τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, που θέλουν να τον μπλέξουν στα παιχνίδια τους, στη Νοτιοανατολική Ασία.

Η εμπειρία και η ωρίμανση στην τεχνική του Bodganovich είναι φανερή από τα πρώτα λεπτά. Η κινηματογράφηση είναι ζωντανή (χωρίς υπερβολές), η Σιγκαπούρη λάμπει και το cast είναι απλά εξαιρετικό. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε έναν Ben Gazzara σε εκπληκτική φόρμα, συνεχίζοντας ουσιαστικά το ρόλο του Cosmo Vitelli, στο Killing of a Chinese Bookie του John Cassavetes. Ο Τζακ, ο Λουλούδιας είναι ένα συμπαθέστατο αρχοντορεμάλι που γνωρίζει τη Σιγκαπούρη καλύτερη από τους ντόπιους και με μοναδικά του σύνεργα τη γοητεία του, ένα χαβανέζικο πουκάμισο κι ένα Rolex GMT βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο καταστάσεων που μόνο αδιάφορες δεν τις λες.

Το συνοδευτικό cast είναι εξίσου επιτυχημένο. Συναντάμε ρολίστες όπως ο Denholm Elliott (The Noble House, Trading Places, Indiana Jones), o Joss Ackland (The Hunt for Red October, Lethal Weapon), ο ίδιος ο Bodganovich σε ρόλο Αμερικανού κατασκόπου και o κάποτε James Bond, George Lazenby. Όλοι αποδίδουν άψογα και έχουν σωστά γραμμένους χαρακτήρες.

Αυτό που ξεχωρίζει το Saint Jack είναι η εξωτική και ταυτόχρονα οικεία και ζεστή ατμόσφαιρα που αποπνέει. Οι εμφανιζόμενοι ήρωες έχουν αύρα ξεπεσμένων αριστοκρατών, τόσο οι Βρετανοί που μεθοκοπούν αναπολώντας το χαμένο μεγαλείο της Αυτοκρατορίας, όσο και ο Jack ο νταβαντζής που θέλει όλοι γύρω του να είναι χαρούμενοι και ικανοποιημένοι. Οι προθέσεις του είναι αγαθές, παρότι η δουλειά του είναι γλοιώδης και υπόγεια.

“Οι άνθρωποι κάνουν έρωτα για τόσους παλαβούς λόγους. Γιατί να μην είναι τα χρήματα ένας από αυτούς;” εξηγεί στον Denholm Elliott ο οποίος υποδύεται ένα φλώρο, αλλά καθόλου κουτό λογιστή, που έρχεται από το Hong Kong μια φορά το χρόνο για ελέγξει τα βιβλία μια μεγάλης κάβας ποτών. Όλοι οι ήρωες είναι πιόνια σε ένα παιχνίδι της μοίρας, που ελάχιστα μπορούν να επηρεάσουν. Γι’ αυτό περνούν τη μέρα τους εργαζόμενοι λίγο, πίνοντας πολύ και φιλοσοφώντας ακόμα περισσότερο. Ακόμα κι ο χαρακτήρας του Bogdanovich, που είναι ο πιο υπόγειος, ραδιούργος και ισχυρός φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα των πραγμάτων και τελικά να μην εκβιάζει καταστάσεις.

O Jack θα πετύχει τους μεγαλοπρεπείς στόχους που έχει βάλει, θα καταστραφεί, θα σταθεί ξανά στα πόδια του και θα συνεχίσει να κάνει κυκλικές διαδρομές στη ζωή του, απολαμβάνοντας το σουλάτσο στη Σιγκαπούρη, όχι στους ουρανοξύστες και τα γραφεία ναυτιλιακών εταιριών και τραπεζών, αλλά στα καταγώγια και τα μπαρ, με τις πόρνες και τους μικροαπατεώνες. Δε θα χάσει το χαμόγελό του, όσο στραβά κι αν πάνε τα πράγματα, ούτε θα φερθεί σκάρτα για βόλεψη και μερικές χιλιάδες δολάρια. Για τον Jack είναι προτιμότερο (έως και επιδίωξη) να είσαι άφραγκος και αρχοντορεμάλι, παρά μαλάκας και διπρόσωπος.

Το Saint Jack δίνει πολλά στο θεατή και βελτιώνεται με κάθε θέαση. Η ταινία είναι πλούσια οπτικά και φροντισμένη (θυμίζοντας παραγωγή του James Cameron μπροστά στο Targets), παρόλα αυτά στοίχισε μόλις δύο εκατομμύρια δολάρια. Μια ακόμα απόδειξη ότι ο Bogdanovich ήξερε να αξιοποιεί μαεστρικά κάθε cent του προϋπολογισμού του. Πρόκειται για μια πιο εξωτική και λούμπεν εκδοχή της Casablanca, με έναν πιο χίπι και ακατέργαστο, αλλά εξίσου γοητευτικό Rick Blaine, στο πρόσωπο του Ben Gazzara.

ø

Οι δύο ταινίες που περιγράψαμε έχουν αρκετή βία (ειδικά το Targets), αιματοχυσίες και όπλα, αλλά δεν είναι αυτό που ονομάζουμε crime cinema, ούτε film noir. Είναι όμως χαρακτηριστικά δείγματα από τη φιλμογραφία ενός αξιόλογου σκηνοθέτη, με ματιά πρωτότυπη και ανατρεπτική. Το Targets είναι για λοξούς και αμετανόητα σινεφίλ, το Saint Jack είναι για όλους και θα έπρεπε να μνημονεύεται περισσότερο.

Αλήθεια, σκέφτεσαι ποτέ να γυρίσεις στην Αγγλία;
Μερικές φορές. Τελευταία φορά που πήγα, είχαν μόλις νομιμοποιήσει την ομοφυλοφιλία.
Τότε είπα στη γυναίκα μου, πάμε γρήγορα να φύγουμε πριν την κάνουν υποχρεωτική.

Related Posts

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.