casopensato logo IN USE
back button

Nightmare Alley

Σε κάθε στράτα και μονοπάτι
Ψέμα κι απάτη, ψέμα κι απάτη

O μυστηριώδης γυρολόγος Stan Carlisle συναντιέται με ένα μπουλούκι πλανόδιων καλλιτεχνών στις Η.Π.Α. κάπου στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για να επιβιώσει κάνει δουλειές του ποδαριού στο θίασο που έχει διάφορους παρδαλούς τύπους, όπως νάνο, μασίστα, μια κοπέλα που υποδύεται ότι χτυπιέται από ηλεκτρικό ρεύμα, το κτήνος που αποκεφαλίζει με τα δόντια ζωντανά κοτόπουλα, καθώς κι ένα ζευγάρι ξεπεσμένων αλλά ικανών ταχυδακτυλουργών. Οι δύο μεσήλικες τσαρλατάνοι είναι με διαφορά οι πιο εκλεπτυσμένοι κι ενδιαφέροντες χαρακτήρες στο μπουλούκι κι ο Stan γίνεται βοηθός τους, για να μάθει όλα τους στα μυστικά στην πλάνη και την απάτη. Όταν μετά από λίγο καιρό νιώθει έτοιμος και καταρτισμένος, παρατάει το θίασο και μαζί με μια όμορφη κοπέλα του μπουλουκιού, πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για να την πλανέψει και να την κατακτήσει.

Πρόκειται για remake ενός κλασικού, ομώνυμου noir με πρωταγωνιστή τον Tyrone Power, βασισμένο στο βιβλίο του William Lindsay. Αυτή τη φορά, πίσω από την κάμερα βρίσκουμε τον super star σκηνοθέτη Guillermo Del Toro. Ο Μεξικάνος δημιουργός έχει όραμα & τεράστια κινηματογραφική κουλτούρα (όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς από τα βιντεάκια trailers from hell στα οποία εμφανίζεται) όμως δε μπορώ να μπω ότι κάνει τη γούνα μου να ηλεκτρίζεται. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή του να βαδίσει στα άγνωστα για εκείνον μονοπάτια του νουάρ είναι γενναία κι ενδιαφέρουσα και προφανώς έτρεξα στην αίθουσα να δω το Nightmare Alley.

Όπως θα περίμενε κανείς από ταινία του Del Toro, το ιλουστρασιόν κομμάτι είναι υπέροχο. Η φωτογραφία, τα σκηνικά, τα κοστούμια, τα μικροαντικείμενα και οι λεπτομέρειες είναι προσεγμένα μέχρι τρέλας και μεταφέρουν την ατμόσφαιρα της εποχής, σε συνδυασμό με το παραδοσιακό, gothic στοχείο – φετίχ του Μεξικάνου. Τόσο οι σκηνές στο μπουλούκι – τσίρκο, όσο και το μεγαλείο της Νέα Υόρκης μεταφέρονται με τρόπο φαντασμαγορικό, όσο και ρεαλιστικό, καθώς σε κανένα σημείο δεν ένιωσα ότι θα πεταχτεί κάποιο λαβκραφτικό τέρας, ή καλικάτζαρος.

Η διανομή είναι επίσης εξαιρετική. Στο ρόλο του τσαρλατάνου συναντάμε τον Bradley Cooper, λιγδιάρη και παμβρώμικο αρχικά, καλοξυρισμένο και λαμπερό, στο δεύτερο μισό. Παίζει ότι του έχουν γράψει, χωρίς ποτέ να ξεφεύγει ή να υπερβάλει και παρότι είναι από τους λιγότερο αγαπημένους μου σύγχρονους αστέρες, κριτική στην απόδοσή του στο Nightmare Alley δε χωράει. Το αντίπαλο δέος είναι η Cate Blanchett η οποία υποδύεται μια σικάτη και καταρτισμένη ψυχολόγο, που πασχίζει (αρχικά) να αποδείξει ότι ο Stan είναι τσαρλατάνος.

Στους δεύτερους ρόλους συναντούμε τους άριστους Rooney Mara, Willem Dafoe, Toni Collette, Ron Perlman, Richard Jenkins και David Strathairn. Τα πολλά λόγια δεν έχουν νόημα, γιατί όλοι αποδίδουν σωστά και με όρεξη.

Τι καλά που θα ήταν όμως να βλέπαμε τον David Strathain σε περισσότερα film (πρόκειται για τον Edward Morrow του «Goodnight and Good Luck» και τον Pierce Patchett του «L.A. Confidential»).

Αφού λοιπόν όλα τα συστατικά είναι φρέσκα κι εκλεκτά κι αφού το μαγείρεμα είναι από καλό σεφ, το αποτέλεσμα θα είναι γευστικό. Η ταινία πρώτα από όλα είναι φόρος τιμής στο κλασικό νουάρ, με πρωταγωνιστή λωποδύτη που σε όλη την ταινία φουσκώνει το εγώ του και υπερτιμάει τις ικανότητές του, για να έρθει η μοίρα να τον προσγειώσει απότομα με την αυλαία. Υπάρχει η αρχετυπική femme fatale, η αθώα κοπέλα που ο πρωταγωνιστής πλανεύει με τη γοητεία του και όλα αυτά τα υπέροχα στερεότυπα του είδους που λατρεύουμε. Επίσης, το κεντρικό θέμα είναι η απάτη, η πλάνη και οι επιτήδειοι που κοροϊδεύουν ανυποψίαστους και υποψιασμένους, για να κονομήσουν.

Το Prestige του Cristopher Nolan έχει παρόμοια θεματική και ήταν επίσης, υπέροχα ιλουστρέ. Όμως σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα – που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στη ζωή μας με δημοσιογράφους, πολιτικούς, πωλητές – η ταινία δε μας φωτίζει. Όταν τα σκατά πέφτουν στον ανεμιστήρα, κάθε κατεργάρης πηγαίνει στον πάγκο του και το σενάριο σε μεταφέρει εκεί ακριβώς που είχε σχεδιάσει, στο πρώτο μέρος όταν η δράση εξελισσόταν στο μπουλούκι. Δε μιλάμε για σεναριακή αδυναμία, ή ευκολία.

Αντιθέτως, το σενάριο αναπτύσσεται ορθά και φυσιολογικά, αφήνοντάς με όμως να θέλω κάτι παραπάνω για να αποκαλέσω το Nightmare Alley, αριστούργημα. Το καλοκαίρι στη Λέρο, πήγα στο Λακκί να φάω σε ένα γιαπί, όπου παράγγειλα καλοψημένη, μοσχαρίσια μπριζόλα στη σερβιτόρα. Μετά από πέντε λεπτά ξεπρόβαλε ένας μισότρελος μάγειρας από την κουζίνα, κρατώντας ένα πιάτο με τη μεγαλύτερη μπριζόλα που έχω δει. Χωρίς καλησπέρες και περιττές ευγένειες μου είπε:

“Αυτό το κομμάτι είναι 980 γραμμάρια μοσχαρίσιο κρέας. Δεν είναι για καλοψημένο. Εντάξει μάστορα;”

ø

Χωρίς αντιρρήσεις, κούνησα το κεφάλι μου και σε μισή ώρα έφαγα την καλύτερη μοσχαρίσια μπριζόλα που έχω δοκιμάσει. Αυτό δεν είναι το Nightmare Alley. Η ταινία του Del Toro είναι ένα εξαιρετικό κρέας, σερβιρισμένο σε ένα καλό εστιατόριο στο κέντρο, που θα αφήσεις δικαίως ένα πενηντάρικο για το λογαριασμό. Περνάς καλά, τρως καλά, πληρώνεις ποιότητα και περιποίηση, αλλά δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης. Η ταινία δεν απογειώνεται, καθώς το σενάριο την φρενάρει.

Κατά τα άλλα, αφού διαβάσετε τις παραπάνω γκρίνιες, θα πάτε με την πρώτη ευκαιρία να δείτε το Nightmare Alley στον κινηματογράφο. Είναι υπέροχη οπτικά, σωστά στημένη, πολύ χορταστική και θα ικανοποιήσει σχεδόν τους πάντες. Βγάζουμε το καπέλο στο δημιουργό, τόσο για την επιλογή, όσο και για την υλοποίηση. Ελπίζουμε ανάλογη συνέχεια κι όχι μόνο, νεράιδες, τέρατα και ρομπότ (όχι ότι αυτά μας χαλάνε βέβαια). Επίσης, το remake είναι μια εξαιρετική αφορμή να δούμε την πρωτότυπη και διάσημη ταινία, του σκηνοθέτη Edmund Goulding.

Related Posts

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.