casopensato logo IN USE
back button

The Harder They Come

«Don’t gain the world and lose your soul
Wisdom is better than silver and gold…»

O πρωταγωνιστής της σημερινής ταινίας Ivan Martin δεν πρόλαβε να ακούσει τους παραπάνω στίχους του Bob Marley, που ενδεχομένως να τον είχαν βοηθήσει να δει τα πράγματα αλλιώς.

Βρισκόμαστε στο Kingston της Jamaica, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ο ήρωάς μας είναι ένα φτωχό αγροτόπαιδο που φτάνει στην πρωτεύουσα, με όνειρα να γίνει μεγάλος και τρανός τραγουδιστής. Η σκληρή, αστική πραγματικότητα θα τον προσγειώσει απότομα σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου με παίκτες αυταρχικούς ιεροκήρυκες, εκμεταλλευτές μουσικούς παραγωγούς, αδίστακτους ναρκέμπορες και διεφθαρμένους αστυνομικούς. Εκεί ο Ivan θα αναλάβει το ρόλο της μαύρης μπίλιας, που το τραπέζι πρέπει να καταπιεί τελευταία.

Το “They Harder they Come” ονομάστηκε από το ομώνυμο κομμάτι του μουσικού Jimmy Cliff που υποδύεται τον αφελή Ivan Martin. Θεωρείται η σημαντικότερη ίσως κινηματογραφική παραγωγή της Καραϊβικής και το όχημα για να βγει η reggae μουσική εκτός των ορίων του νησιού της Jamaica. Παρότι η ταινία είναι γεμάτη τραγούδια και μελωδίες, δεν καταλήγει – ευτυχώς – να γίνεται musical, αντίθετα πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα crime cinema, γεμάτο ενέργεια και ρεαλισμό.

Όπως είπαμε, ο πρωταγωνιστής είναι επαγγελματίας μουσικός και όχι ηθοποιός – με την έννοια που ήταν ο Laurence Olivier κι ο Oliver Reed. Επίσης, πολλοί χαρακτήρες που εμφανίζονται σχετίζονται με τη μουσική άμεσα, ή έμμεσα: Στο studio ηχογράφησης βλέπουμε το διάσημο παραγωγό reggae Leslie Kong σε ρόλο ηχολήπτη, ενώ ο λαμογιοκαρχαρίας παραγωγός ονόματι Hilton ενσαρκώνεται από κάποιον ηθοποιό ονόματι Bobby Charlton (!!!) που τον συναντάμε και στο BlaxploitationDetroit 9000”. Πολλοί ρόλοι έχουν δοθεί σε ερασιτέχνες, ενώ ολόκληρη η παραγωγή φωνάζει φτήνια. Αυτό λειτουργεί υπέρ του συνόλου, γιατί αναπαριστά πειστικά τη φτώχια και τη μιζέρια του νησιού. Ταυτόχρονα, όλοι στους ρόλους τους είναι επαρκείς και κανείς δε θυμίζει ήρωα τούρκικης, ή ελληνικής σαπουνόπερας.

Ο Ιβανόης Μάρτιν – όπως είναι το πομπώδες και ιπποτικό όνομα του κεντρικού χαρακτήρα – είναι χαζοβιόλης, αλλά έχει κάποιο ταλέντο στο τραγούδι. Χάρις στην επιμονή του κατορθώνει να βγάλει ένα single για το οποίο θα πάρει μονάχα είκοσι δολάρια, που θα φάει την ίδια μέρα σε φανταχτερά κουρέλια και κεράσματα. Η μουσική βιομηχανία είναι οργανωμένη ώστε να απομυζά και να εκμεταλλεύεται τους καλλιτέχνες, κανονίζοντας ποιος θα κάνει επιτυχία, δίνοντας ψίχουλα.

Όταν ο Ivan καταλαβαίνει ότι η δόξα και τα φράγκα από την τέχνη είναι ένα απατηλό όνειρο, στρέφεται στην εύκολη και προφανή διέξοδο του εμπορίου ναρκωτικών.

Ένα έμπειρο βαποράκι εκμεταλλεύεται τη στεναχώρια του και του προτείνει να σπρώχνει φούντα, μια συνήθης και σχετικά επικερδής δραστηριότητα στο Kingston. Χωρίς καθυστέρηση, ο Ivan γίνεται ικανός έμπορος και διεκδικεί χώρο από τους παραδοσιακούς της πιάτσας.

Η εναλλακτική σε όλα τα παραπάνω είναι η εκκλησία. Ένας δογματικός κι απότομος ιερέας μαζεύει νεαρό κόσμο στο ναό, όπου τραγουδούν gospel και υποδύονται τους ευτυχείς και μονιασμένους. Βεβαίως, ο παπάς χαζεύει τα μπούτια των κοριτσιών και κανονίζει οι διάφοροι νεαροί να βολευτούν σε άθλιες ψευτοδουλειές, που θα τους κρατήσουν το στόμα κλειστό και το στομάχι μισογεμάτο.

Ζυγίζοντας τις επιλογές του κι έχοντας ουσιαστικά εγκαταλείψει τα όνειρα για καταξίωση με το μικρόφωνο, ο Ivan μετατρέπεται σε εγκληματικό εγκέφαλο, ο οποίος ξεφεύγει από τον έλεγχο του μέντορά του, τον ανατρέπει και προσπαθεί να αναλάβει τα ηνία της διανομής φούντας στην πρωτεύουσα. Στα γκέτο του Kingston το εμπόριο ναρκωτικών ήταν εξίσου φυσιολογικό με δουλειά χτίστη, ή σερβιτόρου, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της οικονομίας και στη συντήρηση χιλιάδων οικογενειών. Οι αρχές είναι φυσικά στο κόλπο και κάνουν τα στραβά μάτια, όσο τηρούνται οι ισορροπίες κι αποφεύγονται οι υπερβολικές αιματοχυσίες και κυρίως, όσο κάποιος λεχρίτης δε βγαίνει στην επιφάνεια.

Όταν όμως ο Ivan αρχίσει να σπέρνει πτώματα και να απειλεί τη διασάλευση αυτής της άρρωστης και παράλογης τάξης, η αστυνομία θα πνίξει το εμπόριο ναρκωτικών, μέχρι να τον στριμώξει και να τον βγάλει εκτός μάχης.

Ο μετασχηματισμός του πρωταγωνιστή από φιλήσυχο καλλιτέχνη σε αρχιμαφιόζο αποτυπώνεται εξαιρετικά, πείθοντας το θεατή ότι η οδός που ακολούθησε ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Η Jamaica είναι φτωχή, με ελάχιστες βιοποριστικές επιλογές και σχεδόν ανύπαρκτο μορφωτικό επίπεδο. Επίσης, η κοινωνική κινητικότητα είναι πρακτικά ανέφικτη.

Χαρακτηριστικές οι εικόνες του αισχρού παραγωγού Hilton που κυκλοφορεί με μια υπέροχη cabrio Mercedes (το αυτοκίνητο θα στοίχιζε τότε όσο δύο σπίτια), με τους ταλαίπωρους καλλιτέχνες να τον περιμένουν έξω από την είσοδο της βίλας του για να του τραγουδήσουν, διεκδικώντας μια θέση στον ήλιο. Σε αυτό το κλίμα, ο Ivan καλπάζει προς την καταστροφή, όμως θα συμπαρασύρει στο διάβα του όσους περισσότερους διεφθαρμένους κι εκμεταλλευτές μπορεί. Το τέρας που η αστική παρακμή εξέθρεψε, δυνάμωσε για να καταβροχθίσει τους εκπαιδευτές και δημιουργούς του.

Η ταινία του ντόπιου σκηνοθέτη Perry Henzell είναι ξεχασμένη σήμερα και ειδικά στην αρχή – μέχρι ο Ivan να μπει στη ναρκοπιάτσα του Kingston – απαιτεί υπομονή. Όμως είναι πρωτότυπη, ακατέργαστη κι απολύτως αυθεντική. Αναδεικνύει την πλούσια μουσική παράδοση της χώρας, δίχως να εξαντλείται εκεί. Χωρίς κλάματα και περιττούς μελοδραματισμούς περιγράφει την προβληματική καθημερινότητα της Καραϊβικής και τις δυσκολίες της φτωχολογιάς, που πολλοί προσπαθούν να χειραγωγήσουν με χάντρες και καθρεφτάκια.

Το “The Harder They Come” σημείωσε τεράστια εγχώρια επιτυχία κι έφτασε στη Βόρεια Αμερική, χάρις στον τεράστιο Roger Corman. Στις Η.Π.Α. δεν ξεχώρισε, διότι τα ganjaτζαμαϊκαναγγλικά ξένισαν το κοινό. Σε σημείο που απαιτήθηκαν… αγγλικοί υπότιτλοι (για πρώτη φορά στα χρονικά). Παρόλα αυτά, δε θα προκαλούσε εντύπωση αν μαθαίναμε ότι ενέπνευσε τα εξαιρετικά επιτυχημένα “Scarface” και “City of God”. Ο Ivan Martin της ιστορίας μας δεν είναι τόσο αλαζόνας, κακός και αιμοδιψής όσο ο – πολίτικαλ πρίζονερ – Tony Montana. Όμως κι οι δυο τους είναι αστοιχείωτα και ματαιόδοξα βλαχάκια που μετασχηματίζονται σε τέρατα από τους λωποδύτες της μεγαλούπολης, στρέφονται εναντίον τους και τελικά το σύστημα τους πνίγει σε ένα λουτρό αίματος, με μεγάλες απώλειες για κάθε πλευρά.

Ø

Αντί επιλόγου, να πω ότι ανατριχιάζω και η ουρά μου σηκώνεται σα χτυπημένη από ηλεκτρικό ρεύμα κάθε φορά που σκέφτομαι ότι μια φτηνή παραγωγή από την Jamaica, γυρισμένη πριν από πενήντα χρόνια, έχει σενάριο με αρχή, μέση και τέλος, χωρίς τρύπες και υπερβολές και με πιστευτούς, πραγματικούς χαρακτήρες. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις μια σύγχρονη crime ταινία χωρίς σεναριακές ανοησίες, παράλογα ευρήματα, αυτοκίνητα που τινάζονται στον αέρα επειδή έπεσε πάνω τους μια σφαίρα και ήρωες που σκοτώνουν δέκα αντίπαλους μονάχα με τη σκέψη.

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.