casopensato logo IN USE
back button

Rolling Thunder

Ο σμηναγός Charles Rane (William Devane) επιστρέφει στο San Antonio το 1973, μετά από επτά χρόνια αιχμαλωσίας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Hanoi. Στην ίδια πτήση επιβαίνει κι ο λοχίας Johnny Vohden (Tommy Lee Jones), ο οποίος αφήνει πίσω τη φρίκη του Vietnam για να ενωθεί με την οικογένειά του, στο El Paso του Texas.

O Rane γίνεται δεκτός σαν ήρωας στην πατρίδα και μάλιστα οι Τεξανοί επιχειρηματίες του δωρίζουν μια κατακόκκινη Cadillac Cabriolet και 2.555 ασημένια δολάρια, ένα για κάθε μέρα αιχμαλωσίας. Παρά τη θερμή υποδοχή, ο σμηναγός αντιμετωπίζει δυσκολίες προσαρμογής: Η γυναίκα του – που τον θεωρούσε νεκρό – έχει ξαναπαντρευτεί κι ο γιος του σχεδόν δεν τον αναγνωρίζει. Ταυτόχρονα, ο Rane αντιμετωπίζει μετατραυματικό stress και φαίνεται ανήμπορος να κοινωνικοποιηθεί και να βρει νόημα στη ζωή. Η μίζερη καθημερινότητα χειροτερεύει όταν ο Rane δέχεται επίθεση από συμμορία που έχει βάλει στο μάτι τα ασημένια νομίσματα. Οι ληστές – που τονίζουν στο Σμηναγό ότι υπηρέτησαν στο Vietnam στους βάλτους κι όχι πετώντας με αεροπλανάκι σαν αδερφές –σκοτώνουν την πρώην γυναίκα και το παιδί του και του διαλύουν το δεξί χέρι στον σκουπιδοφάγο της κουζίνας. Μετά από καιρό στο νοσοκομείο, με ένα γάντζο φυτεμένο στο δεξί του άνω άκρο, ο Rane στέκεται στα πόδια του και πάντοτε ψυχρός κι ανέκφραστος, οργανώνεται για να βάλει τα πράγματα σε τάξη.

Το θέμα της επανένταξης των βετεράνων του Vietnam ήταν επίκαιρο και κινηματογραφικά πιασάρικο στα τέλη της δεκαετίας του ’70 κι εύκολα μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον σκηνοθέτη John Flynn ότι εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία για να βγάλει λεφτάκια. Λεφτάκια βγήκαν, καθώς από έναν προϋπολογισμό 5 εκατομμυρίων, η ταινία μάζεψε περισσότερα από 130 εκατομμύρια δολάρια στο box office. Ενώ όμως οι περισσότερες αντίστοιχες ταινίες χύνουν τόνους δακρύων για τους ταλαίπωρους απόστρατους που η κοινωνία απομονώνει και περιθωριοποιεί, το “Rolling Thunder” μας δείχνει βετεράνους αδίστακτους, που ο πόλεμος έχει σκληρύνει στραγγίζοντάς τους από κάθε συναίσθημα.

Σεναριογράφος είναι ο διάσημος Paul Schrader του “Ταξιτζή” και οι ομοιότητες με την ταινία του Scorsese και το ρόλο του De Niro, είναι αρκετές. Ο William Devane υποδύεται μια ανελέητη φονική μηχανή, εκπαιδευμένη από το αμερικανικό δημόσιο, με ζόρικο μεταπτυχιακό στις φυλακές του Hanoi και πραγματικά λάμπει. Δίπλα του βρίσκεται ο νεαρός Tommy Lee Jones, σαν άβουλος τεξανός καραβανάς που ζει για να πολεμάει και χαμογελάει μονάχα στο πεδίο της μάχης.

Το πρώτο μισό της ταινίας κυλάει ήρεμα, παρότι είναι φανερό πως τα πράγματα σιγοβράζουν. Υπάρχουν πολύ ενδιαφέρουσες σκηνές όπως ο διάλογος του Major Rane με τον νυν άντρα της γυναίκας του. Παρότι οι δύο άντρες συζητούν με ευγένεια και σεβασμό, ο Devane ξεκαθαρίζει ποιος είναι το αφεντικό, κάνοντας μια επίδειξη της καθημερινότητάς του στις βιετναμέζικες φυλακές: “Τραβάς τα δεμένα άκρα προς τα πάνω, μέχρι να ακούσεις το κόκκαλα να θρυμματίζονται”, λέει με απόλυτη φυσικότητα (που φτάνει στα όρια του μαζοχισμού και της απόλαυσης), στον ταλαίπωρο αντίζηλο. Η επίδειξη ολοκληρώνεται με το Σμηναγό να λέει στον τρομαγμένο σύζυγο “θα ήθελα να μην ξαναπείς το παιδί μου, μπασμένο”.

Μετά την επίθεση και τον ακρωτηριασμό του χεριού, ο Rane φοράει ένα γάντζο που τον κάνει ακόμα πιο επικίνδυνο και τρομακτικό. Σα σωστός στρατιώτης, εκπαιδεύεται πειθαρχημένα στο να τον χρησιμοποιεί σωστά και τελικά, το τεχνητό μέλος που θα βοηθούσε τον Rane απλώς να πιάνει αντικείμενα, μετατρέπεται σε φονικό όπλο.

Το δεύτερο μισό της ταινίας είναι αφιερωμένο στον εντοπισμό και την εξάρθρωση της συμμορίας. Εκεί ο σμηναγός βρίσκει συμμάχους στο πρόσωπο μιας χαζογκόμενας που έχει τσιμπηθεί μαζί και στου λοχία Vohden, που βασανίζεται μέσα στην οικογενειακή παρακμή, στο El Paso (εκεί που ο Michael Madsen έλεγε ότι του έδιναν 250 δολάρια για ένα σπαθί Hattori Hanzo). Οι συμμορίτες είναι ερασιτέχνες της βίας και σκοτώνουν για να βγάλουν κάνα ψιλό. Αντίθετα, οι δύο ένστολοι είναι εκπαιδευμένοι δολοφόνοι και μάλιστα έχουν επιβιώσει σε συνθήκες εξαιρετικά δυσκολότερες από τα φτηνά μπαρ και τα πορνεία του Texas και του New Mexico. Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι στην κορύφωση ο Rane και ο Vohden φορούν τις επίσημες στολές τους, πριν ξεχυθούν σε ένα αιματοκύλισμα άνευ προηγουμένου.

Η ταινία και η εκτέλεσή της θυμίζει το “Death Wish” σκηνοθετημένο από τον Sam Peckinpah. Οι ποσότητες βίας είναι εντυπωσιακές κι ο χαβαλές σχεδόν ανύπαρκτος. Επίσης, η αντίδραση του Σμηναγού είναι λιγότερο πράξη εκδίκησης και περισσότερο, μια μέρα στη δουλειά όπου εκτελούμε αυτά για τα οποία εκπαιδευτήκαμε με κόπο και ιδρώτα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Rane λέει στον Vohden πως εντόπισε τους συμμορίτες, εκείνος απαντάει απολύτως φυσιολογικά “να πάρω τον εξοπλισμό μου και φύγαμε”. Η ωμότητα κι ο αμοραλισμός του “Rolling Thunder” έγιναν αντικείμενα αρνητικών σχολίων και σαφώς συντέλεσαν στην τεράστια εμπορική επιτυχία της. Εκεί όμως που ο Michael Winner στο “Death Wish” παρουσιάζει την αυτοδικία σαν κάτι ψυχαγωγικό για να σκανδαλίσει και να κόψει εισιτήρια, το δίδυμο των Flynn και Schrader μπαίνουν βαθιά στη διαταραγμένη ψυχοσύνθεση των βετεράνων, χωρίς καμία τάση ηθικολογίας και σοβαροφάνειας.

Ο Tommy Lee Jones συνέχισε με πολλές αξιόλογες ταινίες και Oscar, γράφοντας με χρυσά γράμματα το όνομά του στο κινηματογραφικό στερέωμα. Αντίθετα, ο John Flynn κι ο William Devane, παρά τις ικανότητές τους δεν κατάφεραν κάτι αντίστοιχο. Ο σκηνοθέτης συνέχισε με τους actions stars Sylvester Stallone και Steven Seagal, με μέτρια αποτελέσματα και καταδικάστηκε στην αφάνεια. Ο Devane έπαιξε σε ότι βρήκε μπροστά του, από σαπουνόπερες και βιντεοσκουπίδια περιπέτειας με τον Pierce Brosnan, μέχρι ρολίστας πολυτελείας σε blockbuster του Cristopher Nolan. Παρότι είναι παντού και πάντοτε απολαυστικός, η ερμηνεία του εδώ είναι μάλλον η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του. Η σωματική του διάπλαση δεν παραπέμπει σε ξυλοδάρτη και commando, παρόλα αυτά, κάθε φορά που βλέπουμε τα τετράγωνα, ολόλευκα δόντια του καταλαβαίνουμε ότι είναι ένας μιλιταριστής βρυκόλακας που διψάει για αίμα δήθεν σκληρών.

Ø

Ζήτω τα κινηματογραφικά 70s λοιπόν και το “Rolling Thunder” αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα, με άψογη σκηνοθεσία, ερμηνείες για σεμινάριο και βαθύ σενάριο γεμάτο συμβολισμούς (κόκκινη Cadillac, πατριωτικοί, ηρωικοί λόγοι στην έναρξη της ταινίας, ακρωτηριασμός δεξιού χεριού, με το οποίο οι στρατιωτικοί χαιρετούν, εκτέλεση της συμμορίας με το δίδυμο των στρατιωτικών να φοράει τις επίσημες στολές τους). Ευκαιρία οι παλιοί να την ξαναδούν και οι νέοι – όπως έγινε και με μένα – να την ανακαλύψουν.

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.