casopensato logo IN USE
back button

Amsterdamned

Κυνηγάμε το crime cinema, από όπου κι αν προέρχεται. Προφανώς καταναλώνουμε τόνους film από “παραδοσιακές” χώρες του είδους, όταν όμως ανακαλύπτουμε κάτι αξιόλογο από μια εξωτική – κινηματογραφικά – τοποθεσία, ο ενθουσιασμός μας είναι βουνό. Χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις, είναι το δανέζικο “In China They Eat Dogs”, το νορβηγικό “In Order of Disappearance” και τα δικά μας “Τετάρτη 4:45” και “ΠΡΟΣΤΙΜΟ”.

Η γνωριμία με το ολλανδικό “Amsterdamned(με τίτλο έμπνευσης Μάρκου Σεφερλή), έγινε από το ενδιαφέρον podcast των παιδιών του The FilmPit. Εκεί συνάντησα τα υπέροχα σκουπίδια του Godfrey Ho, το “Dark Angel” με τον Dolph Lundgren και θυμήθηκα επικές σαχλαμάρες σαν το “Q the Winged Serpent”. Ως εκ τούτου, περίμενα slasher σκουπιδαριό, στην ολλανδική γλώσσα με τονισμένα τα χχχχχχχχχχχχχ από τους ηθοποιούς και γενικά φτήνια και μιζέρια. Από τις πρώτες σκηνές, το “Amsterdamned” φωνάζει ότι δεν είναι φτηνιάρικο, ούτε κακοφτιαγμένο.

Ένας serial killer – δύτης τρομοκρατεί την ολλανδική πρωτεύουσα, σκορπώντας πτώματα στα κανάλια. Τα θύματα δε φαίνονται να σχετίζονται μεταξύ τους και η αστυνομία τα έχει χαμένα. Ο επιθεωρητής Eric Visser, τον οποίο έχει παρατήσει η γυναίκα του και μεγαλώνει μόνος την κόρη του, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει την υπόθεση, πριν αρχίζει να επηρεάζεται η τουριστική κίνηση της πόλης, λόγω του τρόμου που παραμονεύει στα βρωμόνερα.

Με άλλα λόγια, ένα εντελώς αρχετυπικό, slasher σενάριο, από τα χιλιάδες που έχουμε δει σε παρόμοιες αμερικανικές και ιταλικές παραγωγές. Η ιστορία εδώ είναι υποτυπώδης, έτσι ώστε ο ικανός σκηνοθέτης Dick Maas, να κινηματογραφήσει με μαεστρία το Amsterdam. Η πόλη είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής και σε κάθε πλάνο, φαίνεται πανέμορφη, μυστηριώδης και ξεχωριστή.

Ο Maas τριγυρνάει με την κάμερά του σκοτεινά στενά, όπου κάνουν πιάτσα ιερόδουλες, δημόσια κτίρια, ολλανδικά σπίτια διαφόρων κοινωνικών τάξεων, κυρίως όμως επικεντρώνεται στα υπέροχα, στενά κανάλια που διατρέχουν ολόκληρη την πόλη. Η ιδέα του δύτη – δολοφόνου είναι μονάχα μια πρόφαση, έτσι ώστε η όλη η δράση να συγκεντρωθεί γύρω από τις μεγάλες υδάτινες μάζες του Amsterdam, με σκηνικά που δεν έχω ξαναδεί σε πολύ ακριβότερες και διάσημες ταινίες του είδους.

Οι σκηνές δράσης και τα stunts είναι εξαιρετικά εντυπωσιακά και αληθοφανή και περιλαμβάνουν κυνηγητά με αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες (ο αναβάτης του XT, πραγματικός καλλιτέχνης), με αποκορύφωμα μια ανεπανάληπτη καταδίωξη με ταχύπλοα, που κοπανιούνται ανελέητα στις πετρόχτιστες όχθες των καναλιών, το οποίο μετά από επτά αγωνιώδη και γκαζωμένα λεπτά κορυφώνεται με ένα εκρηκτικό φινάλε. Οι θρυλικοί stuntmen Dickey Beer (Star Wars, Krull, James Bond, Superman, Dune, Total Recall κ.α.) και Vic Armstrong (James Bond, Superman, Flash Gordon κ.α.) συντόνισαν όλες τις επικίνδυνες, σκηνές δράσης και η σφραγίδα τους έμεινε ανεξίτηλη στην ταινία. Όπως συνέβαινε συχνά, εκείνη την εποχή, ο πρωταγωνιστής Huub Stapel επέλεξε να εκτελέσει μέρος των ακροβατικών ο ίδιος, χωρίς βοήθεια κασκαντέρ. Όπως επίσης συνέβαινε συχνά, ο Stapel τραυματίστηκε σοβαρά, όταν το βαρκάκι που επέβαινε κοπάνησε με μεγάλη ταχύτητα. Η παραγωγή πήγε πίσω τρεις εβδομάδες, τελικά όμως ολοκληρώθηκε με σκηνές άκρως εντυπωσιακές και τον πρωταγωνιστή σώο και αβλαβή.

Όπως είπαμε και πριν, το σενάριο είναι διαδικαστικό – μια πρόφαση για το άγριο κυνηγητό – όμως αν χωνέψουμε ότι ένας δύτης σκοτώνει τυχαίο κόσμο στο Amsterdam, οι επιπλέον σαχλαμάρες είναι μετρημένες στα δάχτυλα.

Υπάρχει μια αναφορά σε ένα παιδάκι με ψευτο-μαντικές ικανότητες και παρόμοιες αφέλειες, πεταμένες τυχαία μέσα στο σενάριο, αλλά είναι λίγες. Τα όσα συμβαίνουν δεν είναι παράλογα και δεν προκαλούν γέλιο, ούτε καν σήκωμα των φρυδιών.

Επίσης, οι χαρακτήρες είναι σχετικά δουλεμένοι: Ο επιθεωρητής – πρωταγωνιστής φαίνεται εξ αρχής ικανός, αλλά και αντισυμβατικός. Είναι ελαφρώς αξούριστος, φοράει πέτσινο μπουφάν μηχανόβιου και οδηγεί μια υπέροχη Alfa Romeo Giulietta Sprint, χρώματος γκρι. Κάποιος χάλασε λίγη ώρα για να ντύσει τον Huub Stapel και να προσθέσει στην περσόνα του λεπτομέρειες, που τον κάνουν αυτόνομο χαρακτήρα κι όχι έναν ακόμα μπάτσο, που κυνηγάει μανιακούς.

Η Monique van den Ven, συμπρωταγωνίστρια σε ρόλο εικαστικού με τραυματικό σύνδρομο που τη στέλνει στο ανάκλιντρο του ψυχίατρου, είναι κούκλα κι επαρκής στο ρόλο, παρότι δεν της έχουν γράψει κάτι της προκοπής, ενώ ο Hidde Maas που υποδύεται τον ψυχίατρο, είναι η μεγαλύτερη ολλανδόφατσα που έχω δει και θα μπορούσε άνετα να λοιδωρεί τεμπέληδες Νότιους στο Ευρωκοινοβούλιο, ή να είναι τοποτηρητής με βούρδουλα στην Pretoria. Θεώρησα ότι έχω ανακαλύψει τον ένοχο από νωρίς, όμως την πάτησα. Χωρίς να είναι “Usual Suspects”, το “Amsterdamned” κρατάει εκπληξούλες για το τέλος ώστε να μην είναι τελείως προφανές. Ωραίο και το soundtrack, με pop πλήκτρα και αγωνιώδη ατμόσφαιρα.

Ø

Συνολικά, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα πιο ψυχρό, προσγειωμένο (και βεβαία κατώτερο) “Tenebre”, του Dario Argento. Το “Amsterdamned” του Dick Maas είναι άρτια γυρισμένο, πλούσιο σε δράση και αγωνία, με τις δόσεις αίματος και σιχαμάρας που απαιτεί το είδος και λέει με συνέπεια τη –ρηχή– ιστορία του, δίνοντας βάρος στις τοποθεσίες κινηματογράφησης. Στη μέση της ταινίας, ο δήμαρχος ανησυχεί πως με τη φόρα που έχει πάρει ο Φονιάς των Καναλιών, οι ξένοι θα επισκέπτονται την Ολλανδία μονάχα για τις τουλίπες. Κι όμως, το “Amsterdamned” λειτουργεί σαν εξαιρετικό teaser και κράχτης για την ολλανδική πρωτεύουσα, όπως ακριβώς έκανε πολλά χρόνια αργότερα το “In Bruges”, του Martin McDonagh. Είτε λοιπόν σαν εξωτικό crime film, είτε σαν τουριστικός οδηγός, το συγκεκριμένο εργάκι αξίζει σίγουρα 100 λεπτά από τη ζωή σας.

Privacy Preferences
When you visit our website, it may store information through your browser from specific services, usually in form of cookies. Here you can change your privacy preferences. Please note that blocking some types of cookies may impact your experience on our website and the services we offer.